Ομιλία Προέδρου ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά στο Συνέδριο Κερκυραϊκού Τουρισμού 19-11-2017

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση στο 1ο Συνέδριο Κερκυραϊκού Τουρισμού και να συγχαρώ τους διοργανωτές, για τη σημαντική πρωτοβουλία να διοργανώσουν αυτή τη συνάντηση που εξειδικεύεται στη σημασία της επιχειρηματικότητας και ειδικά της μικρής στο μεγάλο στοίχημα του τουρισμού, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας εμπεριέχει αδιαμφισβήτητα και τη μικρή επιχείρηση που σχετίζεται με το τουριστικό προϊόν και αποτελεί δομικό στοιχείο μιας αλυσίδας που μπορεί να διαφοροποιηθεί, να αναβαθμιστεί και να συνεισφέρει καθοριστικά στην επέκταση του κλάδου αλλά και γενικότερα της ελληνικής οικονομίας.

Η επιχειρηματικότητα και κυρίως οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν την βασική πηγή θέσεων απασχόλησης, επιχειρηματικού δυναμισμού, προστιθέμενης αξίας και καινοτομίας. Κατά συνέπεια ο ρόλος των ΜΜΕ τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο είναι μείζονος σημασίας για το ελληνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Στην Ελλάδα οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αποτελούν το 99,9% των επιχειρήσεων ενώ προσφέρουν το 85% των θέσεων εργασίας και συνεισφέρουν σχεδόν στο 70% της παραγωγής του ιδιωτικού τομέα. Αυτό συνεπάγεται ότι σε περιόδους έντονης οικονομικής κρίσης – όπως συμβαίνει στην παρούσα συγκυρία – η ανάπτυξη και ενίσχυση των ΜΜΕ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποκλιμάκωση της κρίσης και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Κάποιοι ελάχιστοι κλάδοι κατά την διάρκεια της κρίσης έχουν δείξει σημαντικές αντιστάσεις και μια αξιοσημείωτη δυναμική ανάπτυξης. Ένας τέτοιος κλάδος είναι και αυτός του τουρισμού.

Ο τουρισμός παρουσιάζεται σαν η σημαντική, αναπτυξιακή προοπτική για τις περιφερειακές οικονομίες. Οι επιπτώσεις του στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον στο χώρο που δραστηριοποιείται καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ολοκληρωμένου σχεδιασμού της τουριστικής δραστηριότητας μέσα στα πλαίσια ενός συνολικού αναπτυξιακού σχεδιασμού της εκάστοτε περιοχής. Οι σύγχρονες τουριστικές επιχειρήσεις, η πλειοψηφία των οποίων είναι μικρές και πολύ μικρές, καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα δεδομένο περιβάλλον λαμβάνοντας υπόψη της αρχές της αειφόρου ανάπτυξης, που απαιτεί μεταξύ άλλων ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και της περιβαλλοντική προστασία. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η οικονομική ύφεση θέτει επιτακτικά ζητήματα για κάθε επιχείρηση στη χώρα. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει μια μικρή επιχείρηση που δραστηριοποιείται με δυναμισμό και σύνθετο τρόπο στο πεδίο  που σχετίζεται με τον τουρισμό οφείλουμε να τα αντιμετωπίσουμε ολιστικά και αποτελεσματικά.

Είναι αλήθεια πως ενίοτε οι ΜΜΕ αντιλαμβάνονται για τον εαυτό τους έναν περιορισμένο ρόλο σε σχέση με την επίτευξη του στόχου για αειφόρο τουριστική ανάπτυξη. Αυτό το γεγονός ενισχύεται από το φτωχό επίπεδο ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και επιχειρηματικής δραστηριοποίησης σε σχέση με δράσεις αειφόρου τουρισμού και επιπρόσθετα από την άποψη πως οι απαιτήσεις της αειφόρου ανάπτυξης είναι πολλές φορές μη συμβατές με την επιχειρηματική λογική. Μέσα σε αυτό το διαμορφούμενο διεθνές και τοπικό πλαίσιο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μικρών τουριστικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης σε όποια στρατηγική πολιτική για τον ελληνικό τουρισμό. Σκεφτείτε πως ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας του τουρισμού που δραστηριοποιείται στον τόπο του είναι σαφέστατα πιο συνειδητοποιημένος και ευαίσθητος στο να διασφαλίσει ότι η τουριστική του δράση έχει το στοιχείο της αειφορίας. Είναι δεδομένο πως μια μικρομεσαία τουριστική επιχείρηση διαφοροποιείται σημαντικά από τα εγγενή χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε μικρομεσαίας επιχείρησης. Παράλληλα είναι επίσης δεδομένο πως η τουριστική βιομηχανία κυριαρχείται αριθμητικά από ΜΜΕ, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν μια ευδιάκριτη οντότητα σε σχέση με την μεγάλη επιχείρηση του κλάδου. Τα κίνητρα μιας τέτοιας επιχείρησης είναι τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Η μικρή τουριστική επιχείρηση δεν είναι μια «φυτευτή» μονάδα, αλλά υπάρχει και λειτουργεί συνήθως στον τόπο γέννησης και κατοικίας του ιδιοκτήτη. Η ύπαρξη μιας τέτοιας επιχείρησης εξαρτάται και προσδιορίζεται από το μικροπεριβάλλον στο οποίο βρίσκεται. Το γεγονός αυτό και μόνο σημαίνει πως η μικρή τουριστική επιχείρηση ανταποκρίνεται με μεγαλύτερη ευαισθησία σε θέματα σεβασμού στη τοπική κοινωνία και αειφορίας, συγκριτικά με μια μεγάλη επιχείρηση.

Σε μια εποχή που τείνει να επικρατήσει ένας ιδιότυπος ηθικός καταναλωτισμός, οι επιχειρήσεις που δρουν με σεβασμό στον πελάτη – καταναλωτή, με ποιότητα και περιβαλλοντική ευαισθησία, είναι ικανές να προσελκύσουν ένα ισχυρό πελατολόγιο το οποίο χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και υψηλή κατανάλωση. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν κατορθώσαμε ποτέ να δημιουργήσουμε μια συγκοτημένη και μακροπρόθεσμη πολιτική για τον τουρισμό, η οποία θα έθετε και το πλαίσιο της αποτελεσματικής λειτουργίας της επιχειρηματικότητας στο κλάδο. Οι όποιες ενέργειες υπήρξαν αποσπασματικές και η όποια «έξυπνη» υιοθέτηση καλών πρακτικών από ΜΜΕ μάλλον βασίστηκε στην καλή πρόθεση και κουλτούρα του επιχειρηματία. Η Ελλάδα διαχρονικά αποτύγχανε στο να προσελκύσει τον λεγόμενο «ποιοτικό» επισκέπτη όπως επίσης στάθηκε και ανεπαρκής στο να μπορέσει να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του. Η μέτρια παροχή τουριστικού προϊόντος οδηγεί νομοτελειακά σε μικρότερη θέληση των τουριστών να πληρώσουν, κάτι που επίσης οδηγεί στην πτώση της παρεχόμενης ποιότητας, σε μείωση τιμών και ανεπάρκεια εσόδων το οποίο και αποτελεί έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο, ο οποίος καταστρέφει τη βάση της αναπτυξιακής πορείας του τουρισμού. Παράλληλα η συγκέντρωση της διαπραγματευτικής ικανότητας σε ορισμένα κανάλια διανομής και σε Touroperators, η ύπαρξη τω allinclusivesπου περιθωριοποιούν τον τουρίστα από το να είναι ενεργητικό κομμάτι της κοινωνίας μέσα από τη συναναστροφή με τον κόσμο, σε συνδυασμό με την ανικανότητα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας να αυτοπροβληθεί και να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία, ελαχιστοποιούν τα κέρδη μια ελληνικής, τουριστικής ΜΜΕ καθώς και την ικανότητα τους να σημειώσουν επαρκείς επιστροφές κεφαλαίων. Αυτός είναι ο λόγος που τα τουριστικά έξοδα κατά κεφαλήν μειώνονται τα τελευταία χρόνια ενώ ταυτόχρονα ο όγκος τους συνεχώς αυξάνεται.

Είναι δεδομένο πως η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, έχει διαμορφώσει, με το πέρας των δεκαετιών, μια πολύ ειδική και διακριτή τουριστική παρακαταθήκη που είναι γνωστή τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Τα Επτάνησα έχουν καταφέρει να «δομήσουν» ένα τουριστικό προφίλ το οποίο ξεφεύγει, από την ομολογουμένως εξαιρετική φυσική ομορφιά του τόπου, και επεκτείνεται σε πεδία όπως η παράδοση και τα έθιμα, η γαστρονομία, η οινική περιήγηση, ο περιπατητικός τουρισμός κ.α. Είναι σαφές ότι τέτοιου είδους υπηρεσίες προσφέρουν πολύ μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την τοπική αλλά και εθνική οικονομία, την εξωστρέφεια και την τοπική ανάπτυξη διότι δρουν πολλαπλασιαστικά και διαχέονται στο σύνολο της τουριστικής οικονομίας.

Η περαιτέρω ανάπτυξη  στην ποικιλία των τουριστικών προϊόντων αποτελεί το «κανάλι» μέσα απ’ το οποίο μπορούν τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες να προβληθούν παράλληλα με την προβολή της Περιφέρειας. Η ενίσχυση αυτής της προσπάθειας, αποτελεί το «πάντρεμα» των ποιοτικών τοπικών προϊόντων με το τουριστικό προϊόν στο οποίο στηρίζεται ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της ελληνικής οικονομίας.  Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα προκύψουν πραγματικές προοπτικές για την ανάπτυξη δράσεων που θα εμπλουτίσουν το ήδη υπάρχον τουριστικό προϊόν, θα οδηγήσουν στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, και θα δημιουργήσουν ζήτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που προσφέρονται, δημιουργώντας παράλληλα και ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Είναι γνωστό πως η συμμετοχή συμπληρωματικών κλάδων του τουρισμού,  αναβαθμίζει την ταξιδιωτική εμπειρία και το σύνολο της επιχειρηματικότητας ωφελείται, τόσο οικονομικά όσο και επικοινωνιακά, καθώς επιτυγχάνεται καλύτερη, δωρεάν προβολή, μέσω των ικανοποιημένων επισκεπτών. Άλλωστε, τουρισμός δεν μπορεί να σημαίνει στις μέρες μας μόνο ήλιος και θάλασσα, αλλά μια γενικότερη φιλοσοφία, μια δυναμική μυσταγωγία τεχνικής, σεβασμού και προσφοράς.

Σημαντική προστιθέμενη αξία στο τουριστικό προϊόν, αποτελεί ο κλάδος της εστίασης. Η ελληνική γαστρονομία, που βασίζεται στη μακραίωνη παράδοση χιλιετηρίδων, δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ισχυρού διατροφικού προτύπου, ικανού να δίνει έναυσμα στον τουρίστα να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά και να μάθει το παιδί του να τρώει σωστά και ελληνικά. Παράλληλα αποτελεί ερέθισμα ικανό να ανατροφοδοτήσει τον ελληνικό τουρισμό αποτελώντας διαβατήριο εξωστρέφειας.

Δημιουργείται λοιπόν, σιγά αλλά σταθερά, ένα τουριστικό πακέτο «γαστρονομικής μνήμης» το οποίο μπορεί να είναι ανθεκτικό στον εκάστοτε τουρίστα. Μάλιστα το πακέτο αυτό μπορεί να λειτουργήσει και αυτόνομα, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ταξιδεύουν αποκλειστικά για διατροφικούς λόγους, ενώ πάντα το καλό φαγητό υποκινεί και μεγαλύτερη τουριστική δαπάνη. Αξίζει να λάβουμε υπόψη ότι ο τουρίστας που θα ταξιδέψει για να απολαύσει τις γαστρονομικές υπηρεσίες μιας χώρας, είναι επαγγελματικά καταξιωμένος στο χώρο του, έχει υψηλότερο εισόδημα από το μέσο τουρίστα, είναι μορφωμένος, είναι υποστηρικτής αξιών, ζητά ολιστική «κατανάλωση» του πολιτιστικού πακέτου μιας χώρας και έχει καλύτερη δυνατότητα απορρόφησης της γνώσης. Η γαστρονομία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως διακριτό τουριστικό προϊόν και συνεπώς να ενταχθεί στο «χαρτοφυλάκιο» του ελληνικού τουρισμού.

Σύμφωνα και με τα επίσημα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου, το 2015, το 27% των ταξιδιωτών, απάντησε ότι ένας από τους βασικούς λόγους επιλογής του προορισμού, ήταν η γαστρονομία. Ακόμα πιο ειδικά, το 12% των επισκεπτών της χώρας μας, το 2015, τοποθέτησαν τη γαστρονομία ως ουσιαστικό λόγο επιλογής της Ελλάδας, ως χώρας διακοπών. Η αξιοποίηση της τοπικής προέλευσης των προϊόντων προϋποθέτει υψηλή τεχνογνωσία, αποτελεί τη βάση του regional marketing και συνήθως ξεκινάει μέσα από πρωτοβουλίες ιδιωτικού χαρακτήρα. Σήμερα φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει όλοι, οι παραγωγοί, οι επιχειρήσεις, οι φορείς ότι αν δεν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνέργιες, τόσο σε τοπικό, αλλά και υπερτοπικό επίπεδο, η χάραξη εναρμονισμένης και βιώσιμης πολιτικής, δεν είναι εφικτή. Οι τοπικές οικονομίες αναπτύσσουν ταχύτατα τα αντισώματα απέναντι στην κρίση αναπτυξιακής πολιτικής, ενώ όσοι υποβάθμιζαν το ρόλο της αγροδιατροφικής αλυσίδας και της συμβολής της στο ΑΕΠ, έχουν αναθεωρήσει.

Η ανάπτυξή του τουριστικού προϊόντος δεν απαιτεί βαριές επενδύσεις, αλλά τη δημιουργία ισχυρού brand name και αυθεντικής φιλοσοφίας, μέσω ενεργειών μάρκετινγκ. Ο στρατηγικός σχεδιασμός κρίνεται απαραίτητος για την προώθηση του τουριστικού πακέτου, το οποίο όμως διευρύνεται και πέρα από την απλή διαμονή και στο καλό φαγητό και καλό κρασί, στην ενεργή συμμετοχή του τουρίστα – ωφελούμενου σε ειδικές δράσεις, βιωματικά σεμινάρια, περιηγήσεις και καινοτόμες ενέργειες γνωριμίας με τον ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό.

Τα τελευταία χρόνια, ο τουριστικός κλάδος της χώρας εν γένει, έχει καταγράψει αξιοσημείωτη επιτυχία και αντοχή απέναντι στη γκρίζα πραγματικότητα των αέναων προγραμμάτων προσαρμογής. Το σύνολο των μεγεθών δείχνει μια σημαντική βελτίωση (αφίξεις, επισκέπτες city break, προκρατήσεις).  Ασφαλώς, αυτήν την επιτυχία την πιστώνονται και όσοι είχαν εργαστεί για τη διαφοροποίηση της εικόνας του ελληνικού τουρισμού και των παρεχόμενων υπηρεσιών του. Αυτός ο μετασχηματισμός της ελληνικής τουριστικής αγοράς, διευκολύνει τη μετάβαση προς την κατεύθυνση του στόχου της επιμήκυνσης τουριστικής περιόδου, με διακριτά χαρακτηριστικά και επέκταση σε όλες τις μορφές τουρισμού. Επίσης, διευκολύνει την ανάπτυξη των συναφών δραστηριοτήτων ως προς τον τουριστικό κλάδο (επισιτισμός, γαστρονομία, πολιτισμός, ψυχαγωγικές δραστηριότητες, καταστήματα, συνέδρια).

Κλείνοντας θα ήθελα να χαιρετήσω την πρωτοβουλία αυτή, και να επισημάνω ότι η ΓΣΕΒΕΕ θα είναι αρωγός στην προσπάθεια στήριξης και διάχυσης των θετικών αποτελεσμάτων του τουρισμού, καθώς και των νέων μορφών του, στην ελληνική οικονομία. Αισιοδοξούμε για τα καλύτερα και θέλουμε να πιστεύουμε ότι έρχονται. 

Σας ευχαριστώ για την φιλοξενία σας.