Ομιλία Προέδρου ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά στην Ημερίδα ΟΚΕ & ΕΟΚΕ "ΕΥΡΩΠΗ 2020 – Αναγκαίες Μεταρρυθμίσεις για την Επανεκκίνηση της Ελληνικής Οικονομίας"

Αθήνα, 3 Οκτωβρίου 2016

Προοπτικές ανάπτυξης για τους βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας

(Development prospects for key sectors of the Greek economy)

"Θα ήθελα να ευχαριστήσω την ΕΟΚΕ και την ΟΚΕ (Ελλάδος) για τη σημαντική αυτή ημερίδα και την ευκαιρία διαλόγου που δίνει στους παραγωγικούς φορείς και τους κοινωνικούς εταίρους  για να καταθέσουν τις απόψεις τους πάνω στο ζήτημα της αναπτυξιακής πορεία της χώρας. Η σημερινή εισήγηση αφορά το μέλλον της χώρας και τις επιλογές βέλτιστης διαδρομής μετά από μια επίπονη περίοδο προσαρμογής χωρίς στον ορίζοντα να υπάρχουν ευκρινή σημάδια αναστροφής.

Είναι σαφές ότι μετά από 7 έτη υπαγωγής σε ένα δύσκαμπτο και αναποτελεσματικό πρόγραμμα οικονομικής στήριξης, η χώρα βρίσκεται ξανά σε ένα κατώφλι φυσικής στασιμότητας. Την ονομάζουμε φυσική στασιμότητα, διότι οι παρεμβάσεις που υλοποιήθηκαν ουσιαστικά δε μετέβαλλαν τους όρους αναπαραγωγής της οικονομίας, ούτε ενθάρρυναν νέους τύπους παραγωγικής ανασυγκρότησης. Οι παρεμβάσεις εξυπηρέτησαν βραχυπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους, χωρίς σχεδιασμό και προτεραιότητες ή κόκκινες γραμμές. Αντίθετα συντέλεσαν στην κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας, η οποία σήμερα ισορροπεί πάλι σε ένα τεντωμένο σχοινί, χωρίς να είμαστε βέβαιοι ότι επίκειται επάνοδος, ενώ δεν αποκλείεται μια νέα υποβάθμιση.

Σήμερα, όλοι αναγνωρίζουν (κόμματα και παραγωγικοί φορείς, ακόμη και οι διεθνείς θεσμοί) ότι τα προγράμματα προσαρμογής, έτσι όπως σχεδιάστηκαν, οδηγούσαν αναπόδραστα σε στρεβλώσεις και αναπτυξιακές αρρυθμίες. Έτσι, οι παρεμβάσεις στην εσωτερική οικονομία και η στόχευση της εσωτερικής υποτίμησης πυροδότησαν ένα μεγάλο κύμα απαξίωσης παραγωγικού κεφαλαίου και εργατικού δυναμικού. Ενώ στο δημοσιονομικό σκέλος μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι πολλές από τις ρυθμίσεις  οδήγησαν σε ένα βιώσιμο μονοπάτι δημοσιονομικών πλεονασμάτων, εντούτοις, αυτές ήταν τόσο δαπανηρές /σπάταλες σε όρους ανάπτυξης, δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας, που δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι κατάφεραν να επιτύχουν έναν ελάχιστο στόχο με τη μέγιστη δυνατή θυσία. Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια εφαρμογής των προγραμμάτων αυτών εμπεδώνεται η άποψη ότι ούτε το δημοσιονομικό χρέος, ούτε τα πλεονάσματα- στόχοι είναι βιώσιμα. Όλα τα πολιτικά κόμματα πλέον συμφωνούν σε αυτό.         

Δεν θα ήθελα να υπεισέλθω στη διαμάχη μεταξύ εκείνων που θέτουν  τα διλήμματα φόροι- δαπάνες και χρέος/ πλεόνασμα  διότι η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι μια τέτοια συζήτηση είναι τεχνητή και επουσιώδης. Άλλωστε, και οι δαπάνες μειώθηκαν, και οι φόροι αυξήθηκαν, και το πλεόνασμα επιτεύχθηκε, αλλά και το χρέος μειώθηκε με το PSI, αλλά βέβαια, η «θεραπεία» ήταν αποσπασματική και η οικονομία παλινδρόμησε πάλι. Από την άλλη, ούτε η αναδιάρθρωση του χρέους θα σημαίνει αυτόματα την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά και χωρίς μια ελάχιστη ελάφρυνση, δεν πρόκειται να κινητοποιηθούν οικονομικές παραγωγικές δυνάμεις, είτε εγχώριες, είτε από την αλλοδαπή.  Ούτε το δίλημμα εξωστρέφεια και εξαγωγές, προσέλκυση ξένων επενδύσεων έναντι εγχώριας κατανάλωσης και παραγωγής έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότι χώρες με σταθερότητα, ισχυρό κράτος, θεσμούς και εγχώρια παραγωγική βάση είναι περισσότερο ανταγωνιστικές και μακροπρόθεσμα κερδισμένες στην προσέλκυση επενδυτών και την υλοποίηση μεγάλων projects.

Ασφαλώς, δε θα πρέπει να παραγνωρίσουμε ότι υπεύθυνος για αυτήν την εξέλιξη δεν είναι αποκλειστικά και μόνο οι παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η στρεβλή συγκρότηση της παραγωγικής βάσης. Προφανώς, υπήρξαν τεράστια ελλείμματα πολιτικής βούλησης, αποτυχίες διαρθρωτικής προσαρμογής αλλά και σχεδιασμού, που κατέστησαν την ελληνική οικονομία λιγότερο ανταγωνιστική αλλά και περισσότερο ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις. Νομίζω ότι το ζήτημα του ελληνικού οικονομικού προβλήματος έχει περιγραφεί διαχρονικά στην οικονομική βιβλιογραφία, αλλά και στις προηγούμενες εισηγήσεις των ομιλητών. Είναι γνωστές οι πτυχές της ολιγοπωλιακής διάταξης των συμφερόντων και του μικρού μεγέθους της οικονομίας, που αδυνατεί να δημιουργήσει πολλαπλασιαστικά οφέλη.

Οι ανεπάρκειες της ελληνικής οικονομίας, δεν πρέπει να μας κάνει ενοχικούς και φειδωλούς απέναντι στις αγκυλώσεις και αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σε όλο το χρονικό διάστημα προ και μετά την εκδήλωση της κρίσης. Η ΕΕ, παρά τη θετική συμβολή στην πρόοδο της ελληνικής κοινωνίας και των θεσμών της οικονομίας, δεν έχει κατορθώσει να επιτελέσει το ρόλο της ως προς τη δίκαιη και αποτελεσματική διάχυση της ευημερίας.                         Οι αποκλίσεις παραμένουν και διευρύνονται μέσα στην ύφεση, (ο στόχος της σύγκλισης έχει πλήρως εγκαταλειφθεί), η άσκηση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής πραγματοποιείται αποσπασματικά και ανισόρροπα (η ποσοτική χαλάρωση δεν έφτασε ποτέ σε εμάς), τα προγράμματα σταθερότητας αφαιρούν πόρους και αξιοπιστία από την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της. Ουσιαστικά, οι χώρες του Νότου βρίσκονται σε μια ιδιότυπη ομηρία αδυναμίας σχεδιασμού μιας εθνικής πολιτικής, χωρίς να απολαμβάνουν σήμερα καμιά ειδική μεταχείριση ως προς τη φορολογική πολιτική, την ασφάλεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την κινητοποίηση επενδύσεων. Σήμερα, οι χώρες που αντιμετωπίζουν τα σημαντικότερα προβλήματα, είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τις πιο υφεσιακές πολιτικές, κατά παράβαση κάθε έννοιας οικονομικής λογικής (στις ΗΠΑ ακολουθείται εντελώς διαφορετικό μίγμα πολιτικής).

Επί μέρους παρεμβάσεις στο σκέλος των δικαιωμάτων του καταναλωτή, το περιβάλλον και την ασφάλεια προϊόντων, την αδειοδότηση των επιχειρήσεων και το δίκαιο του ανταγωνισμού έχουν εκσυγχρονίσει το θεσμικό πλαίσιο στη χώρα μας, όμως οι ανεπάρκειες παραμένουν σημαντικές.  

Κυρίες και κύριοι

Το ερώτημα που μας απασχολεί σήμερα δεν είναι μόνο ποσοτικό και χρονικό, δηλαδή πότε και σε ποιο βαθμό θα έρθει η ανάκαμψη της οικονομίας. Είναι και ποιοτικό, δηλαδή ποια μορφή θα λάβει η ανάπτυξη και πώς θα συμμετέχουν οι κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, οι τοπικές οικονομίες, οι επιχειρήσεις και οι πολίτες σε αυτήν. Θα είναι ανάπτυξη για 1-2 κλάδους, για συγκεκριμένες επιχειρήσεις, συγκεκριμένες περιχαρακωμένες περιοχές, ή θα επιδιωχθεί η μέγιστη δυνατή διάχυση; Ασφαλώς εκτιμούμε ότι ο κίνδυνος να σημειωθεί μια άνυδρη ανάπτυξη είναι σημαντικός.

Στην πρόσφατη έρευνα κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, επιβεβαιώνεται η εικόνα ότι  τείνει να παγιωθεί ένας νέος οικονομικός δυϊσμός στην πραγματική οικονομία, ο οποίος πιθανότατα θα προκαλέσει έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις προς τις μικρές επιχειρήσεις, θα ενισχύσει τη μερική απασχόληση και θα οδηγήσει σε διευρυμένα ποσοστά άτυπων μορφών απασχόλησης και επαγγελματικής δραστηριότητας. Αυτή η διαδικασία μετασχηματισμού έκανε αισθητή την παρουσία της από το καλοκαίρι του 2015, όταν οι επιπτώσεις της δεύτερης φάσης ύφεσης έτειναν να πλήξουν κυρίως τη μικρή επιχειρηματικότητα, με αποτέλεσμα επιχειρήσεις, οι οποίες επέδειξαν σημάδια αντοχής στην πρώτη φάση της ύφεσης (2010-2014), να εξαντλούν τα όρια επιβίωσης και να αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στο νέο κύμα λιτότητας. Το κυριότερο όμως είναι δε διαφαίνεται στον ορίζοντα μια τέτοια πύκνωση παραγωγικών δυνάμεων ικανών να ανατρέψουν αυτόνομα το φαύλο κύκλο στασιμότητας.                         Η  οικονομία βρίσκεται σε μια φάση του οικονομικού κύκλου όπου η μειωμένη ρευστότητα, το επενδυτικό κενό και η χαμηλή χρηματοδοτική ικανότητα, συνυπάρχουν με μια εξωγενώς προκληθείσα αρνητική μακροοικονομική συγκυρία. Παράλληλα, παραμένει ανεπαρκής η ιδιωτική χρηματοδότηση και απουσιάζουν τα κατάλληλα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία, ενώ, περιορισμένες είναι οι δυνατότητες πρόκλησης επενδυτικού σοκ μέσα από δημόσιες επενδύσεις.

Η ΓΣΕΒΕΕ έχει μετάσχει σε όλες τις προσπάθειες διαβούλευσης για το αναπτυξιακό σχέδιο της  χώρας ως το 2020, ενώ κατέθεσε και ολοκληρωμένες προτάσεις τόσο αναφορικά με τον Επενδυτικό Νόμο, όσο και για τις προτεραιότητες που πρέπει να θέσει ο νέος αναπτυξιακός σχεδιασμός, δεδομένων των νέων συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί.

Είναι σαφές ότι η χώρα πρέπει να καλλιεργήσει περαιτέρω τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Τα περιθώρια ανάδειξης εναλλακτικών και παραδοσιακών μορφών τουρισμού είναι σημαντικά. Επέκταση της τουριστικής περιόδου, αγροτουρισμός, διατροφικό σύμπλεγμα, πρέπει να συμπληρώνουν ως στόχοι το υψηλό διεθνοποιημένο  επίπεδο παροχών ξενοδοχειακού τουρισμού. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες και επενδύσεις, αλλά παραμένει το ζητούμενο της διάχυσης των αποτελεσμάτων στην τοπική κοινωνία.

Η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων δύναται να αυξήσει την προστιθέμενη παραγόμενη αξία. Η βιομηχανία και μεταποίηση τροφίμων πρέπει να υποστηριχτεί χρηματοδοτικά, και το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει ενέργειες προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει το project «Ελληνική Διατροφή» να καταστεί βιώσιμο.

Παράλληλα, οφείλουμε να ενισχύσουμε τις βιομηχανικές υποδομές οι οποίες υπολειτουργούν. Ο κλάδος ενέργειας, οι σύγχρονες συγκοινωνιακές διασυνδέσεις (σιδηρόδρομος, οδικοί άξονες)  οι οποίες με τον κατάλληλο μετασχηματισμό μπορούν να εκσυγχρονιστούν, να ορίσουν ένα νέο μεταφορικό πλεονέκτημα (Εγνατία οδός, σύνδεση Ιονίου με Αιγαίο και Ανατολής με Ευρώπη) συγκριτικά πλεονεκτήματα σε εξωστρεφείς κλάδους. Το διαμετακομιστικό της πλεονέκτημα και η γεωπολιτική ευαίσθητη θέση που κατέχει η περιοχή, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο διεθνών εξελίξεων- ιδιαίτερα στο ενεργειακό- , θα επηρεάσουν για πολλά χρόνια την οικονομική πρόοδο και τον παραγωγικό προσανατολισμό της.

Εκτός όμως από τον πρωτογενή τομέα, η ανάγκη τόνωσης της επιχειρηματικότητας διέρχεται και μέσα από τη δημιουργία δικτυώσεων και αλυσίδων αξίας μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Σε αυτή τη φάση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, τα συμφέροντα είναι κοινά και οι δράσεις πρέπει να είναι συμπληρωματικές, αν πραγματικά θέλουμε να ενισχύσουμε την εξωστρέφεια και τις οικονομικές επιδόσεις.

Εδώ θα ήθελα να θέσω και κάποιους προβληματισμούς για τις επιχειρήσεις που εκπροσωπούμε. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα και σήμερα, προβάλλεται από κάποιες πλευρές μια μεροληπτική θεώρηση για τις μικρές επιχειρήσεις. Αναφέρομαι στις διάφορες θεωρίες για τον υποτιθέμενο «υποδεέστερο ρόλο» των μικρών επιχειρήσεων, την «αδυναμία» τους να στηρίξουν νέες αναπτυξιακές προοπτικές, αλλά και τη χαμηλή τους παραγωγικότητα. Οι μικρές επιχειρήσεις συχνά «ενοχοποιούνται» για τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομικής δομής σε ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από ότι πραγματικά τούς αντιστοιχεί. Η εκτίμηση αυτή «επικυρώνεται» και από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα στα διάφορα προγράμματα και έργα δεν λαμβάνονται ουσιαστικές πρόνοιες και συγκεκριμένα μέτρα για την υποστήριξη των μικρών επιχειρήσεων  που αυτή τη στιγμή έχουν περισσότερη ανάγκη από νέες γνώσεις, δεξιότητες, νέες τεχνολογίες και καινοτόμες πρακτικές.

Η παραπάνω άποψη είναι μάλλον μεροληπτική και αντιεπιστημονική. Το να αγνοούμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τις μικρές επιχειρήσεις στην πραγματικότητα σημαίνει ότι αγνοούμε περισσότερες από 650 χιλιάδες επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν περίπου 1.800.000 θέσεις εργασίας. Αναλογιστείτε τι θα συνέβαινε αν οι ασκούμενες πολιτικές ωθούσαν κάθε μια μικρή επιχείρηση να απασχολεί έναν εργαζόμενο περισσότερο. Το κόστος για την επιχείρηση μικρό, η επιδότηση πολύ πιο χαμηλή, τα οφέλη για την κοινωνία και την οικονομία τεράστια.

Σε καμία περίπτωση, δε θα ήθελα να μας απαλλάξω για τις δικές μας ευθύνες και παθογένειες (του εύκολου κέρδους, της απουσίας μακροχρόνιας επενδυτικής κουλτούρας, το στενό ορίζοντα επιχειρείν κα), αλλά το κλείσιμο ων μικρών επιχειρήσεων δε θα δώσει χώρο στην αναπτυξιακή προοπτική, το αντίθετο θα συμβεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, κυρίες και κύριοι, θέλω να αναδείξω κάποιες πτυχές της αναπτυξιακής στρατηγικής:

- Η επενδυτική και αναπτυξιακή πολιτική δεν μπορεί να αφορά μόνο την παροχή διευκολύνσεων προς τις μεγάλες επιχειρήσεις. Υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον σημαίνει ολοκληρωμένη διαχείριση και ενσωμάτωση των μικρών επιχειρήσεων στις διεθνοποιημένες αλυσίδες αξίας.

- Στρατηγική επιλογή για τη χώρα δε θα πρέπει και δεν μπορεί να είναι αποκλειστικός η προσέλκυση επενδύσεων με γνώμονα τη μείωση του κόστους εργασίας, όπως επιτάσσει για παράδειγμα η δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου/ οικονομικών συναλλαγών με μοναδικά προνόμια το μειωμένο κόστος και το αφορολόγητο. Το νέο υψηλά ειδικευόμενο επιστημονικό προσωπικό της χώρας που έχει αποδημήσει (και δεν πρόκειται να επιστρέψει ακούγοντας καλές προθέσεις), δε θα προσελκυστεί από ένα παλαιού τύπου σχεδιασμό γραμμών παραγωγής. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σήμερα στενάζουν κάτω από τα υπέρμετρα και δυσανάλογα φορολογικά βάρη, αλλά και το υψηλό κόστος συμμόρφωσης το οποίο διαμορφώνεται από την αέναη παραγωγή φορολογικών νόμων και ρυθμίσεων.  Στόχος δεν θα πρέπει να είναι η προσέλκυση νέων επενδύσεων χωρίς την εξασφάλιση επιβίωσης και ενεργοποίησης των υφιστάμενων παραγωγικών μονάδων που είναι σε θέση να ανταγωνιστούν στο διεθνές περιβάλλον.

- Η συμμετοχή και διεθνοποίηση των επιχειρήσεων δε σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει προηγούμενα ολική καταστροφή των μικρών μονάδων. Ήδη, έχει σημειωθεί σημαντική καταστροφή και απαξίωση κεφαλαίων, η οποία δεν ήταν καθόλου δημιουργική.

Οι πολιτικές που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την εναλλακτική αυτή θεώρηση. Ο νέος αναπτυξιακός χάρτης πρέπει να δώσει έμφαση στην ενεργοποίηση της μικρής βιοτεχνίας, στο ρόλο των ΜμΕ, τόσο ως προς την απασχόληση που θα προκαλέσουν, όσο και ως προς την κατανομή της παραγόμενης αξίας και της διάχυσης σε τοπικό επίπεδο.

Είναι σαφές ότι ο νέος παραγωγικός προσανατολισμός πρέπει να περιλαμβάνει ένα συνδυασμό θεσμικών, διαρθρωτικών και ποσοτικών παρεμβάσεων που θα αφορούν στο σύνολο της οικονομίας αλλά και θα απαντούν στις τοπικές ανάγκες ανάπτυξης. Συνοπτικά και σταχυολογώντας τα σημαντικότερα σημεία από αυτά που έχουν καταγραφεί στις ερευνητικές εργασίες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ο οδικός χάρτης των παρεμβάσεων πρέπει να συνδυάζει:

1) Θεσμικό πλαίσιο για τις νέες μορφές και εργαλεία χρηματοδότησης (μικροχρηματοδότηση, συμμετοχική χρηματοδότηση, κοινωνική χρηματοδότηση-καινοτομία, ταμείο για ΜμΕ) και κατάλληλο περιβάλλον πληροφόρησης και πρόσβασης σε αυτή.

2) Θεσμικό πλαίσιο ως προς τη δυνατότητα διαμόρφωσης συνεργατικών σχηματισμών. Τούτο περιλαμβάνει σύγχρονες νομικές διευθετήσεις για την ίδρυση, σύσταση και εκκαθάριση συνεργατικών σχηματισμών.

3) Προαγωγή των ελληνικών σημάτων, όχι μόνο στο πλαίσιο ανάπτυξης του αγροδιατροφικού τομέα (ΠΟΠ και Γεωγραφικές Ενδείξεις), αλλά και σε όλο το φάσμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν branding ως προς την παροχή υπηρεσιών, μεταποιητικών προϊόντων (παραδοσιακών έργων, κεραμικών, ενδυμάτων, γουνοποιίας, αργυροχρυσοχοΐας, παραδοσιακών σκαφών).

4) Έξυπνη εξειδίκευση αναφορικά με το σχεδιασμό των προγραμμάτων επενδύσεων ΕΣΠΑ, ΕΚΤ σε εθνικό επίπεδο. Γραφείο πληροφόρησης για συνέργιες μεταξύ ελληνικών ινστιτούτων, παραγωγικών φορέων, πανεπιστημίων, επιχειρηματικών μονάδων με αντίστοιχους φορείς της αλλοδαπής. Οι δυνατότητες στο πλαίσιο του HORIZON, COSME αλλά και επί μέρους προγραμμάτων είναι πολλές.

5) Βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις δημόσιες συμβάσεις, με εκστρατείες ενημέρωσης και εκπαίδευσης στη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων.

6) Διαμόρφωση νέων μορφών τραπεζών ειδικού σκοπού. Η πρώτη θα περιλαμβάνει τη χρηματοδότηση και εγγυοδοσία δράσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και η δεύτερη ειδικές δράσεις καινοτομικής και πράσινης ανάπτυξης. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί να συμβάλλει στη δημιουργία αντίστοιχων ταμείων για τοπικές δράσεις και αειφόρα ανάπτυξη. Οι παραπάνω δράσεις θα χρηματοδοτούνται μέσα από συμμετοχές κεφαλαίων από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (EBRD, EIF, EIB), ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά ταμεία καθώς και από ιδία συμμετοχή των ενδιαφερόμενων, μέσα από διάθεση κερδών χρήσεων με μειωμένη φορολογία (έξυπνη εξειδίκευση της πρότασης για χρήση των υφιστάμενων αποθεματικών ή μελλοντικών κερδών, με κίνητρο την αναλογική μείωση των φόρων επί των κερδών που αποθεματοποιούνται και κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό αναπτυξιακού ταμείου).

7) Ολοκλήρωση όλων των χαρτών που μειώνουν τα διοικητικά και γραφειοκρατικά κόστη. Το κτηματολόγιο, οι δασικοί χάρτες, ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να προχωρήσουν άμεσα σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής διασύνδεσης επιχειρήσεων, ατόμων, υπηρεσιών και το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο. Η ταυτόχρονη εφαρμογή όλων των παραπάνω μειώνει το κόστος ελέγχου και συμμόρφωσης των επιχειρήσεων.

8) Εκσυγχρονισμός των δομών απονομής δικαιοσύνης, κωδικοποίηση της νομοθεσίας και ενίσχυση των μορφών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Η καθιέρωση εκπόνησης μελετών επιπτώσεων από κρατικούς φορείς και ινστιτούτα για κάθε κεφαλαιώδους σημασίας νομοθέτημα που εισάγεται (πχ ασφαλιστικό, Αναπτυξιακός, Φορολογικό), είναι προϋπόθεση για τη διαμόρφωσης μιας συντεταγμένης και οργανωμένης πολιτικής.

9) Περιβαλλοντική αναβάθμιση και διαγενεακή ισορροπία. Δημιουργία ζωνών αξιοποίησης γαιών και ορυκτού πλούτου με κριτήρια περιβαλλοντικής αειφορίας. Ο δημόσιος διάλογος πρέπει να εμβαθύνει για το ποιες μορφές αποδοτικότερης αξιοποίησης επιζητούμε και σε ποιο βαθμό."