Οι θέσεις της ΓΣΕΒΕΕ για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και το μέλλον της εργασίας.

Εισήγηση στο συνέδριο του Υπουργείου Εργασίας με θέμα «Συλλογικές Διαπραγματεύσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο και το Μέλλον της Εργασίας» έκανε ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθάς.

Το πλήρες κείμενο της εισήγησής του έχει ως εξής:

“Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στις εργασιακές σχέσεις εν μέσω κρίσης. Παραβατικότητα στην αγορά εργασίας”.

Κυρίες και κύριοι,

Ως Πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματικών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας, μιας τριτοβάθμιας εργοδοτικής οργάνωσης και ενός εκ των πέντε κοινωνικών εταίρων, θα ήθελα να ξεκινήσω την τοποθέτηση μου αποτυπώνοντας την κατάσταση στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Όλοι γνωρίζουμε ότι τα τελευταία 8 χρόνια πάνω από 230.000 επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν με αποτέλεσμα την απώλεια 800.000 θέσεων απασχόλησης.

Δυστυχώς δεν φαίνονται ισχυρά σημάδια αντιστροφής αυτής της δυσμενούς κατάστασης.

Πριν λίγες ημέρες το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ δημοσίευσε την Έρευνα Οικονομικού Κλίματος για τις Μικρές και Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις για το 2ο  εξάμηνο του 2016. Εάν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την έρευνα είναι ότι:

1ον. η ελληνική οικονομία διανύει το τρίτο συνεχές έτος στασιμότητας με όλους τους δείκτες αρνητικούς και με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας

2ον. οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που άντεξαν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και παρουσίασαν μια πιο ανθεκτική συμπεριφορά αρχίζουν πλέον να λυγίζουν υπό το βάρος της παρατεταμένης ύφεσης ή για να είμαστε πιο ακριβείς στασιμότητας σε ένα όμως εξαιρετικά περιορισμένο οικονομικό περιβάλλον.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που αντιλαμβάνονται την οικονομική στασιμότητα που βιώνουμε ως τον πάτο του βαρελιού. Ως δηλαδή την απαρχή της οικονομικής ανάπτυξης που τόσο πολύ περιμένουμε. Ωστόσο ο όρος στασιμότητα έχει διπλή ανάγνωση. Εάν συνεπώς η μια ερμηνεία είναι η επερχόμενη ανάπτυξη, η άλλη ερμηνεία εμπεριέχει το κίνδυνο της απότομης κατάρρευσης.  Και δυστυχώς τα διαθέσιμα στοιχεία δεν συνηγορούν υπέρ της πρώτης ερμηνείας.

Το ποσοστό ανεργίας παραμένει στο πολύ υψηλό επίπεδο του 24% διατηρώντας το κίνδυνο διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής. Η μικρή μείωση που καταγράφεται μέχρι τώρα παρουσιάζει κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά που μόνο ενθαρρυντικά δεν είναι. Ένα από αυτά είναι η πρωτοφανής κινητικότητα στην αγορά εργασίας (1 εκ. προσλήψεις και ταυτόχρονα 1 εκ. απολύσεις περίπου ανά εξάμηνο) και η έξαρση των ελαστικών μορφών απασχόλησης. Το 40% των θέσεων μισθωτής απασχόλησης που δημιουργούνται είναι πλήρης και το υπόλοιπο 60% ελαστικές μορφές (μερικής απασχόλησης και εκ περιτροπής). Αυτά τα δυο χαρακτηριστικά που καταγράφονται στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ προσδιορίζουν την μορφή που έχει πάρει η αγορά εργασίας και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι επιχειρήσεις. Αυτό για κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια καλή προϋπόθεση για προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται. Το αντίθετο μάλιστα. Η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ διαπιστώνει για ακόμα ένα εξάμηνο την εμβάθυνση της αποεπένδυσης. Οι επιχειρηματίες πλέον δεν επενδύουν ούτε και για την συντήρηση του εξοπλισμού τους.

Και αυτό δεν είναι παράδοξο. Μέσα σε ένα ασφυκτικό επιχειρηματικό περιβάλλον που τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η υπερφορολόγηση και η έλλειψη ρευστότητας οι μικροί και πολύ μικροί επιχειρηματίες δεν προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους αλλά απλά να επιβιώσουν. Αυτό το περιβάλλον είναι που ευνοεί την φοροδιαφυγή, την ανάπτυξη του παρεμπόριου και την αδήλωτη εργασία και επιχειρηματικότητα.

Οφείλω εδώ να σημειώσω ότι οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στην ΔΕΘ για πάγωμα των ασφαλιστικών οφειλών και δημιουργίας ακατάσχετου τραπεζικού λογαριασμού, ήταν πραγματικά θετικές. Ωστόσο οι εξαγγελίες αυτές, που εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια αποτελούν επείγοντα αιτήματα του επιχειρηματικού κόσμου, για να έχουν αξία θα πρέπει το συντομότερο δυνατό να εφαρμοστούν. Και η ΓΣΕΒΕΕ, ως κοινωνικός εταίρος, είναι στην διάθεση της κυβέρνησης ώστε να συνδράμει θετικά για την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, που μπορεί να αποτελέσουν και τα πρώτα βήματα για μια καλύτερη αγορά εργασίας που αυτή την στιγμή χαρακτηρίζεται από έντονη κινητικότητα και ευελιξία.

Ωστόσο, και ασχέτως εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης αποτέλεσαν και αποτελούν πολιτικές που ενθαρρύνονται και από την Ε.Ε.. Η λογική πίσω από αυτές τις πολιτικές είναι ότι διευκολύνεται η είσοδος ανέργων στην αγορά εργασίας αφενός, περιορίζεται η αδήλωτη απασχόληση αφετέρου. Για να έχει όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα μια τέτοια πολιτική, μια πολιτική δηλαδή που να προωθεί την ευελιξία στην αγορά εργασίας με ασφάλεια (flexicurity), προϋποθέτει διοικητική απλοποίηση, εξορθολογισμό της φορολογίας, άρση των αντικινήτρων στο ασφαλιστικό σύστημα, προώθηση και ενθάρρυνση του κρίσιμου ρόλου των κοινωνικών εταιρών που επιτελείται με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και σωστή λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών. Όλα αυτά δηλαδή που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουμε ανατρέψει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Με συνέπεια να έχουν εξουδετερωθεί και τα όποια θετικά έχουν γίνει.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις το μόνο που μένει είναι η προώθηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης με μοναδικό γνώμονα την μείωση του κόστους εργασίας. Και αυτό οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή στην συνολική υποβάθμιση των θέσεων απασχόλησης και στην ένταση φαινομένων όπως αυτό της αδήλωτης εργασίας.

Και δυστυχώς, από τα στοιχεία που προανέφερα αυτό αποτελεί πλέον μια δυσάρεστη πραγματικότητα για την χώρα μας. Φαίνεται ότι για κάθε μια νέα θέση πλήρους μισθωτής απασχόλησης δημιουργούνται ταυτόχρονα ΔΥΟ νέες θέσεις με καθεστώς ελαστικής μορφής απασχόλησης. Και αυτό είναι αποτέλεσμα της εκ των άνω μείωσης των μισθών, της κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της υποβάθμισης του ρόλου των κοινωνικών εταίρων, της υπερφορολόγησης, της έλλειψης ρευστότητας και πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Επίσης, ένα φαινόμενο που σύμφωνα με κάποια πρώτες εκτιμήσεις του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ παρουσιάζει ανησυχητικά αυξητικές τάσεις είναι η αδήλωτη επιχειρηματικότητα. Δηλαδή επιχειρηματίες που κλείνουν τα βιβλία τους, κλείνουν δηλαδή τις επιχειρήσεις τους και μεταβαίνουν στον άτυπο τομέα της οικονομίας γιατί δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Σημαντικά προβλήματα σε σχέση με αυτό το φαινόμενο αντιμετωπίζουν τα λεγόμενα επαγγέλματα της «βαλίτσας», όπως πχ οι κομμωτές (εκτιμάται ότι το 40% του κλάδου αυτού είναι αδήλωτη επιχειρηματικότητα). Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις περιπτώσεις αυτές δεν προβλέπεται και προφανώς δεν υπάρχει, και ενδεχόμενα είναι δύσκολο να υπάρξει, και κανένας έλεγχος.

Το αποτέλεσμα είναι η μεγέθυνση της παραοικονομίας οπού εκτιμάται ότι αγγίζει το 35-40% του ΑΕΠ. Ωστόσο αξιόπιστα στοιχεία για το εύρος της παραοικονομίας όσο και της αδήλωτης εργασίας δεν έχουμε. Αυτό που μπορούμε να υποθέσουμε από τις εκθέσεις του ΣΕΠΕ και τα δελτία του ΑΡΤΕΜΙΣ είναι ότι η αδήλωτη εργασία ήταν 16% το 2015, 14% το 2014 και 12% το 2013. Θα πρέπει βέβαια να συμπληρώσουμε ότι εξ όσων γνωρίζουμε οι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά συντριπτικό ποσοστό σε επιχειρήσεις που είναι εύκολα προσβάσιμες στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Τούτων δοθέντων, αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι το βάρος θα πρέπει να δοθεί στο πεδίο της παραοικονομίας, του παρεμπορίου και λαθρεμπορίου με στόχο την διεύρυνση της φορολογικής και ασφαλιστικής βάσης. Παράλληλα θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων. Μια καλή αρχή ως προς αυτό θα μπορούσε να είναι η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο δεν θα πρέπει να περιοριστούμε μονό σε αυτό. Ενδεχομένως ένα διαρκές τριμερές όργανο (κυβέρνηση – εργοδότες – εργαζόμενοι) θα μπορούσε να βοηθήσει στην διαμόρφωση και προώθηση πολιτικών.

Στην προσπάθεια αυτή χρήσιμη θα μπορούσε να αποδειχθεί και η συμβολή διεθνών οργανισμών όπως ο ILO υπό την προϋπόθεση όμως ότι αντιλαμβάνονται την ελληνική πραγματικότητα και τις ιδιαιτερότητες της. Για παράδειγμα όσον αφορά τα συμβοηθούντα μέλη ή τους βοηθούς οικογενειακών επιχειρήσεων υπάρχει ένα εθιμικό δίκαιο που διέπει τις εργασιακές τους σχέσεις. Στην παρούσα συγκυρία η ιδιότυπη αυτή μορφή απασχόλησης αποτελεί σημαντικό παράγοντα κοινωνικής συνοχής και συγκράτησης της ανεργίας και δεν θα πρέπει να διαταραχτεί.

Θα πρέπει επίσης να εξεταστούν και μέτρα όπως η επέκταση, οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις του εργόσημου υπό το πρίσμα της παρούσας συγκυρίας.

Κρίσιμης σημασίας για όλα αυτά αποτελεί η ενίσχυση και σωστή λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών. Αυτό που ακούμε συνέχεια είναι ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι υποστελεχωμένοι. Το οποίο πράγματι ισχύει. Ωστόσο εκείνο που παράλληλα απαιτείται είναι η σωστή εκπαίδευση των ελεγκτών, ο επανακαθορισμός του ρόλου τους, οι στόχοι, τα εργαλεία, η δομή κλπ. Για παράδειγμα ένα σημαντικό ζήτημα που πρέπει να διασφαλιστεί είναι οι αντιπροσωπευτικοί δειγματοληπτικοί έλεγχοι. Ένα άλλο ζήτημα είναι η αλλαγή φιλοσοφίας ή εάν θέλετε η αλλαγή νοοτροπίας (αποτελεί προϊόν εκπαίδευσης) ώστε να μην λειτουργούν μόνο κατασταλτικά αλλά και προληπτικά – συμβουλευτικά προς τον ελεγχόμενο. Να σημειώσω εδώ ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί στην Ελλάδα δεν δρουν καν κατασταλτικά, αλλά μόνο εισπρακτικά (πχ πρόστιμο 10.500 ευρώ). Σε αυτό μεγάλη ευθύνη φέρει και ο τρόπος σχεδιασμού του νομοθετικού πλαισίου που διέπεται από την αρχή ότι όλοι είναι εν δυνάμει παραβάτες και κατά συνέπεια όλοι πρέπει να ελεγχτούν. Η νομοθέτηση, δηλαδή, γίνεται αφού πρώτα έχει εξαντλήσει και ενσωματώσει όλες τις πιθανές και απίθανες περιπτώσεις παραβάσεων. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Πολυνομία, ασάφεια, πολυπλοκότητα, ανελαστικότητα. Ως εκ τούτου οι επιχειρηματίες πολλές φορές δεν γνωρίζουν ότι παρανομούν και οι ελεγκτές επιβάλουν εξοντωτικά πρόστιμα ακόμα και για διαδικαστικές παραβάσεις. Σε κάθε περίπτωση οι ελεγκτικές υπηρεσίες θα έπρεπε να λειτουργούν και προληπτικά-συμβουλευτικά εντός ενός σαφούς, απλού και ρεαλιστικού νομοθετικού πλαισίου. Ο ρόλος των ελεγκτικών μηχανισμών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταστολή. Θα πρέπει, δηλαδή, να λειτουργούν και ως εργαλείο διαμόρφωσης και χάραξης πολίτικης.

Κλείνοντας την τοποθέτηση μου θα ήθελα να αναφέρω ότι εν μέσω κρίσης οι κοινωνικοί εταίροι γνώρισαν την υποβάθμιση για να μην πω την απαξία από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Τα βασικά εργαλεία που είχαμε στα χέρια μας για την διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων όπως π.χ. η διαπραγμάτευση και κατάρτιση της ΕΓΣΣΕ ουσιαστικά μας αφαιρέθηκαν. Ωστόσο δεν σταματήσαμε να συζητάμε μεταξύ μας και να διατηρούμε ζωντανό ένα κρίσιμο για την δημοκρατία και για την σωστή λειτουργία της αγοράς θεσμό. Κάνοντας παράλληλα και την αυτοκριτική μας. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ποιος είναι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων. Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων είναι η διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων.  Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν η κυβέρνηση προτίθεται να ενισχύσει τον ρόλο αυτό; Και θέλουμε να πιστεύουμε ότι προτίθεται.