Ομιλία του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά σε ημερίδα της Γραμματείας των Παραγωγικών Τομέων της Νέας Δημοκρατίας με θέμα «Η συμβολή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ανάπτυξη».

Αθήνα 302 Μαΐου 2016

Κυρίες και κύριοι,

Κατ’ αρχήν θέλω να ευχαριστήσω για την πρόσκληση την Γραμματεία των Παραγωγικών Τομέων της Νέας Δημοκρατίας και ιδιαίτερα το νέο Γραμματέα τον κ. Βασίλη Ξυπολητά.

Το θέμα της εκδήλωσης «Η Συμβολή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ανάπτυξη». Είναι σαφές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια με αναπτυξιακή προοπτική για τη χώρα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τις ΜμΕ, δηλαδή, αν οι ΜμΕ δεν είναι στο επίκεντρο των κυβερνητικών επιλογών.

Τα πολιτικά κόμματα μας έχουν συνηθίσει, και αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να την αμφισβητήσει κανείς, όντας αντιπολίτευση να υιοθετούν τις θέσεις και τις προτάσεις των ΜμΕ, όταν όμως γίνονται Κυβέρνηση να ακολουθούν πολιτικές ακριβώς αντίθετες, δηλαδή σε βάρος των ΜμΕ και υπέρ της ολιγοπώλησης της αγοράς, υπέρ των μεγάλων και ισχυρών.

Μπορώ να καταθέσω πλήθος τέτοιων παραδειγμάτων και για την ΝΔ που μας φιλοξενεί, όταν ήταν Κυβέρνηση, θα το αποφύγω όμως και θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω μια πτυχή του οικονομικού γίγνεσθαι της χώρας.

Είναι κοινώς παραδεκτό, ότι εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ένα χρόνιο και ίσως το πιο σοβαρό διαρθρωτικό της πρόβλημα. Αυτό σημαίνει, ότι ως προς τις εξωτερικές της συναλλαγές η ελληνική οικονομία παραμένει πεισματικά και επίμονα ελλειμματική. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ποσοτική του διάσταση ή πτυχή, δηλαδή στην παρουσία του ελλείμματος. Αυτή η χρόνια παθογένεια αναδεικνύεται ακόμα πιο σοβαρή, εάν προσεγγιστεί από την ποιοτική της διάσταση, εάν με άλλα λόγια το βλέμμα μας στραφεί στην ίδια τη διάρθρωση και τη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών. Από αυτή την οπτική γωνία, παρατηρείται ότι η ελληνική οικονομία στηρίζει τις εξαγωγές της σε ένα είδος «μονοκαλλιέργειας». Πιο συγκεκριμένα, η πλειονότητα αυτών των εξαγωγικών προϊόντων αποτελείται σήμερα από γεωργικά προϊόντα και γενικότερα προϊόντα του πρωτογενούς τομέα, από τις υπηρεσίες του τουριστικού και των συναφών κλάδων και πρόσφατα από τα πετρελαιοειδή. Με εξαίρεση τα τελευταία αυτές ήταν και εξακολουθούν, όπως φαίνεται, να είναι οι εξωστρεφείς μας δραστηριότητες. Με λίγες εξαιρέσεις, πρόκειται για προϊόντα με χαμηλή προστιθέμενη αξία τα οποία δεν επιτρέπουν, οσοδήποτε και εάν αυξηθούν οι δείκτες της ανταγωνιστικότητας, την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Αυτό το χρόνιο διαρθρωτικό πρόβλημα εμφανίζεται ακόμα πιο έντονο, εάν συνυπολογισθεί και μία επιπρόσθετη παράμετρος. Πιο συγκεκριμένα, είναι επίσης κοινή παραδοχή και εύκολη διαπίστωση, ότι για όσες περιόδους η ελληνική οικονομία σημείωσε σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, η μεγέθυνση αυτή στηρίχτηκε στο συντριπτικά μεγάλο της ποσοστό στη δραστηριότητα κλάδων, οι οποίοι δεν είχαν εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως για παράδειγμα οι κατασκευές, το εμπόριο αλλά και ένα μεγάλο τμήμα της μεταποίησης. Με άλλα λόγια, η μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτήθηκε κατά μείζονα λόγο στην εγχώρια ζήτηση, δημόσια και ιδιωτική.

Με δεδομένο το πλαίσιο που σκιαγράφησα παραπάνω, με παρεξηγήσιμη συντομία ομολογουμένως, επανέρχομαι στον θέμα της εκδήλωσης « Η συμβολή των ΜμΕ στην Ανάπτυξη». Μπορεί να υπάρχει ανάπτυξη χωρίς της ΜμΕ , χωρίς ένα ορίζοντα ευκαιριών, που αναμένει την αξιοποίησή του εκ μέρους μας;  Τι σημαίνει, όμως, αξιοποίηση ευκαιριών; Εάν δεν θέλουμε αυτή η φράση, όπως και η ομόλογή της περί εξωστρέφειας να μείνει νεκρό γράμμα ή, στην καλύτερη περίπτωση, να χρησιμοποιηθεί μόνο στην εκφυλιστική μορφή ενός επικοινωνιακού εργαλείου, τότε θα πρέπει να εστιάσουμε όχι μόνο στις δυσχέρειες και στα εμπόδια που υψώνονται μπροστά μας αλλά και στην ίδια τη διάρθρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.

Οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει μία οικονομία, προκειμένου να προχωρήσει σε μία ορθή και αποτελεσματική αξιοποίηση των ευκαιριών και στην προκείμενη περίπτωση εκείνων των ευκαιριών που προσφέρονται από το «άνοιγμα» των διεθνών αγορών, μπορούν να διακριθούν σε δύο επιμέρους κατηγορίες: στις μακροοικονομικές αφενός και στις μικροοικονομικές αφετέρου.

Οι μακροοικονομικές δυσχέρειες αναφέρονται σε γενικές γραμμές στη φάση ή, αν θέλετε, στα χαρακτηριστικά της οικονομικής συγκυρίας. Πράγματι, όπως μας δείχνει και το παράδειγμα της ένταξης της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και νυν Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν από το «άνοιγμα» της ελληνικής οικονομίας στις αγορές των υπολοίπων κρατών-μελών δεν ήταν δυνατό να αξιοποιηθούν, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε μία υφεσιακή πορεία με όσες συνέπειες επέφερε αυτή η ύφεση (αποβιομηχάνιση, διεύρυνση του εξωτερικού ελλείμματος, κλπ.). Σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ύφεση στην οποία ευρίσκεται σήμερα η ελληνική οικονομία είναι πολύ χειρότερη, όπως αυτή καταγράφεται στους δείκτες του ΑΕΠ, της ανεργίας, της καταβαράθρωσης των επενδύσεων και των εισοδημάτων. Και επιπρόσθετα, η ελληνική οικονομία είναι μία οικονομία καταχρεωμένη με ένα επίπεδο χρέους δημόσιου και ιδιωτικού, η εξυπηρέτηση του οποίου – και αυτή είναι μία κοινή παραδοχή – δεν είναι βιώσιμη.

Η ενίσχυση της εξωστρέφειας και, κατ’ επέκταση, η αξιοποίηση των όποιων ευκαιριών παρουσιάζονται σήμερα συνδέεται με το ξεπέρασμα κυρίως των μικροοικονομικών δυσχερειών και εμποδίων, δηλαδή εκείνων των τυπικών γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν τη διάρθρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ελλάδα. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, η επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα μας είναι πολυκερματισμένη σε μία πληθώρα μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι οποίες εμφανίζουν προβλήματα χαμηλής παραγωγικότητας καθώς, ενώ απασχολούν το 80 με 85% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα παράγουν μόνο το 60% περίπου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Αυτή η αντίφαση, μάλιστα, έχει αποτυπωθεί και στις αμφίθυμες και αμφίσημες δηλώσεις των πολιτικών, αφού σε περιόδους μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας αυτές οι επιχειρήσεις αναγορεύονται σε «ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας» ενώ σε περιόδους κρίσης ή αστάθειας ψέγονται για τον «παρασιτισμό» τους, τροφοδοτώντας αντιλήψεις ενός ιδιότυπου οικονομικού δαρβινισμού, σύμφωνα με τον οποίο είναι πάρα πολλές, οπότε πρέπει να «κλείσουν». Ωστόσο, ακόμα και σήμερα που οι επιχειρήσεις αυτές έχουν μειωθεί κατά 250.000, τα προβλήματα παραμένουν.

Για την ΓΣΕΒΕΕ το θεμελιώδες πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε σχέση με τις επιχειρήσεις αυτές, δεν είναι η λύση της «οικονομικής κάθαρσης» αλλά κατά βάση η διεύρυνση του επιχειρηματικού τους ορίζοντα, τόσο στην εγχώρια – δεδομένου ότι αρκετές από αυτές τις επιχειρήσεις είναι προσανατολισμένες μόνο σε τοπικές αγορές – όσο και στις διεθνείς αγορές. Από την άποψη αυτή, η «αξιοποίηση των ευκαιριών» και η «εξωστρέφεια» οφείλει να κατανοηθεί, να σχεδιαστεί και, τέλος, να υλοποιηθεί ως αναπόσπαστο και οργανικό μέρος μιας αναπτυξιακής στρατηγικής, στο εσωτερικό της οποίας ένας από τους μείζονες στόχους οφείλει να είναι αυτή η διεύρυνση του επιχειρηματικού ορίζοντα.

Κλείνοντας αυτή την εισήγηση και προσπαθώντας να σεβαστώ το χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σειρά από ενδεικτικά μέτρα πολιτικής, που εδώ και δύο χρόνια έχει επεξεργαστεί και υλοποιήσει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ προς την κατεύθυνση αυτή.

[1] Ένταξη μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε επιλεγμένους κλάδους σε αλυσσίδες αξίας – τόσο εγχώριες όσο και διεθνείς, κυρίως ευρωπαϊκές. Σε σχέση με το μέτρο αυτό το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ σε συνεργασία με το ΙΝΕΡΠΟΣΤ μελετά τις δυνατότητες ένταξης συγκεκριμένων επιχειρήσεων σε αλυσίδες αξίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ έχει προχωρήσει στην υλοποίηση ενός δικτύου, στο οποίο μετέχουν το Science Policy Research Unit του Πανεπιστημίου του Σάσσεξ στο Ηνωμένο Βασίλειο, η CNA (Ιταλική ΓΣΕΒΕΕ), η επιχείρηση ΓΑΙΑ και μία μεγάλη εισαγωγική επιχείρηση από τη Γερμανία. Η ένταξη μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε αλυσίδες αξίας είναι περισσότερο αποτελεσματική σήμερα σε σύγκριση με την τακτική της καθετοποίησης της παραγωγής που επικρατούσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

[2] Ενθάρρυνση σχηματισμού συστάδων από μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ήδη το ΙΜΕ έχει προχωρήσει στην υλοποίηση 12 τέτοιων συστάδων κυρίως από ομοειδείς, από κλαδική άποψη, επιχειρήσεις, ενώ έχει εκπονήσει σε συνεργασία με το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και με το Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου σχετικές μελέτες. Επίσης ολοκληρώνεται η διαδικασία υλοποίησης συστάδων επιχειρήσεων στην Αθήνα σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων.

[3] Καταγραφή και κατοχύρωση καινοτομιών, οι οποίες επινοούνται στη καθημερινή δραστηριότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ έχει λειτουργήσει ως μεσολαβητής για τις μικρές επιχειρήσεις και έχει στενή συνεργασία με τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ). Η κατοχύρωση καινοτομιών είτε κατά την παραγωγή αγαθών είτε κατά την προσφορά υπηρεσιών είναι ένα πρώτο βήμα για την ανάδειξη της επωνυμίας των προϊόντων.

[4] Ενθάρρυνση της τυποποίησης προϊόντων σε συνεργασία κυρίως με επιχειρήσεις και μονάδες του πρωτογενούς τομέα. Η συνεργασία εδώ, τόσο του κλάδου του τουρισμού όσο και εκείνου του επισιτισμού μπορεί όχι μόνο να αναδείξει επώνυμα ελληνικά προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία αλλά και να λειτουργήσει σαν ένα είδος ήπιας υποκατάστασης εισαγωγών.

Τέλος, θα πρέπει, όντας ρεαλιστής να μου επιτρέψετε  δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, δεν είναι δυνατό όλες οι επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους να είναι εξωστρεφείς. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να δαιμονοποιούνται όσες επιχειρήσεις είναι προσανατολισμένες στην εγχώρια αγορά. Και δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μία επιχείρηση, ανεξάρτητα από το μέγεθός της, για να μπορέσει να είναι εξωστρεφής, χρειάζεται πολλές φορές πρώτα να κατακτήσει την εγχώρια αγορά.

 

sima ime

  

logo kek