Ομιλία του Γενικού Γραμματέα της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Κουράση σε ημερίδα της Γραμματείας των Παραγωγικών Τομέων της Νέας Δημοκρατίας με θέμα «Η συμβολή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ανάπτυξη».

Αθήνα 30 Μαίου 2016

Κυρίες και κύριοι

Καλούμαι  σήμερα ως εκπρόσωπος μιας τριτοβάθμιας εργοδοτικής οργάνωσης, η οποία αντιπροσωπεύει την πλειονότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας, να σας παρουσιάσω την συμβολή των ΜμΕ στην Ελληνική οικονομία και τις προοπτικές ανάπτυξής τους. Σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για τη χώρα καθώς οι κίνδυνοι είναι πολλοί και δυστυχώς δεν περιορίζονται μόνο στα εσωτερικά μας προβλήματα.

Θα ξεκινήσω την εισήγηση μου αποτυπώνοντας κατ’ αρχάς την δεινή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει αυτές οι επιχειρήσεις εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των ακολουθούμενων πολιτικών.

Τα τελευταία 8 χρόνια η ελληνική οικονομία απώλεσε πάνω από το 1 / 4 του ΑΕΠ, γεγονός πρωτοφανές για μία οικονομία σε ειρηνική περίοδο. Σήμερα, λειτουργούν 250.000 λιγότερες επιχειρήσεις , που απασχολούσαν συνολικά 800.000 εργαζομένους.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα τελευταία χρόνια, συντελέστηκε ένα είδος γενοκτονίας της μικρής και πολύ μικρής επιχειρηματικότητας στην πατρίδα μας.  Για πολλούς μάλιστα από τους συναδέλφους μας, οι οποίοι δεν είναι πλέον ενεργοί, το δράμα δεν σταμάτησε με το κλείσιμο της επιχείρησής τους. Αρκετοί από αυτούς έχουν βρεθεί σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, ενώ οι αυτοκτονίες συναδέλφων που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους είναι δυστυχώς συχνό φαινόμενο. Την ίδια στιγμή τα ονόματά τους και οι επωνυμίες των επιχειρήσεών τους φιγουράρουν στους καταλόγους και στις λίστες των οφειλετών του δημοσίου, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των τραπεζών.

Παράλληλα η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα Τρίτο Μνημόνιο και έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και την υπογραφή ενός Τέταρτου. Και όλα ανεξαιρέτως έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, τα ίδια συστατικά. Περισσότερους φόρους, περισσότερα τέλη, περισσότερες εισφορές με λίγα λόγια περισσότερα βάρη για τις ΜμΕ αλλά και για το σύνολο της κοινωνίας. Και αυτό είναι κάτι που αποτυπώθηκε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στα τελευταία ψηφισθέντα νομοσχέδια. Στην παρούσα όμως συγκυρία υπάρχει μια σημαντική διάφορα : η εξαντλημένη ελληνική οικονομία, δεν έχει πλέον τις ίδιες αντοχές και τα ίδια περιθώρια ανάκαμψης. Και αυτή τη φορά, είμαστε και εμείς περισσότερο υποψιασμένοι σε σύγκριση με το παρελθόν, στις υποσχέσεις που κάθε φορά μας δίνονται.

Οι χειρότερες μέρες της κρίσης δεν βρίσκονται πίσω μας αλλά μπροστά μας. Αυτό αποτυπώνεται και στις έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, όπου ένας νέος κύκλος στασιμότητας έχει αρχίσει για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση για την ελληνική οικονομία.

Οι μακροοικονομικές επιδόσεις παραμένουν ασθενικές. Η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, οι προοπτικές απασχόλησης είναι περιορισμένες, ενώ τα υπέρογκα φορολογικά βάρη καθιστούν μη ανταγωνιστικές τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η επιχειρηματική αποψίλωση συνεχίζεται με την μεταπήδηση επιχειρήσεων, ή μελών επιχειρήσεων στον άτυπο τομέα της οικονομίας, ενώ πολλές μεσαίες επιχειρήσεις ανιχνεύουν τη δυνατότητα μεταφοράς έδρας σε άλλη χώρα, ακολουθώντας ένα δρόμο επιχειρηματικής προσφυγιάς.

Η επιμονή στην εφαρμογή του εμπροσθοβαρούς προγράμματος λιτότητας, χωρίς ίχνος αναπτυξιακού αποτυπώματος θα σημάνει εκ νέου υποχώρηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Ο κίνδυνος, να εξουδετερωθούν οι όποιες προσπάθειες για ανάκαμψη της οικονομίας εξαιτίας των αυστηρών στόχων της δημοσιονομικής πολιτικής, είναι για μια ακόμα φορά υπαρκτός. Ιδιαίτερα σε μία οικονομία στην οποία τα φορολογικά βάρη έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών της. Από την άλλη μεριά τα έσοδα από το λαθρεμπόριο καυσίμων και προϊόντων καπνού εξακολουθούν να διαφεύγουν. Το «γιατρικό» για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν είναι η αύξηση των συντελεστών στους έμμεσους και στους άμεσους φόρους. Αντίθετα, η εμπειρία έχει δείξει και αυτό έχει αποτυπωθεί σε έρευνες που έχουν διενεργηθεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι ένας και μοναδικός:  πάγιο και δίκαιο φορολογικό σύστημα καθώς και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, όχι ως μηχανισμός επιβολής προστίμων, αλλά ως  μηχανισμός συμμόρφωσης και ως εργαλείο χάραξης πολιτικής. Με άλλα λόγια για όσο χρονικό διάστημα το φορολογικό σύστημα αντιμετωπίζει τον φορολογούμενο ως ένοχο, ο φορολογούμενος θα σκαρφίζεται τεχνάσματα ώστε να μετατρέπει τη φοροδιαφυγή σε «νόμιμη» φοροαποφυγή.

Διαχρονικά, οι ΜμΕ στην Ελλάδα έχουν χαρακτηριστεί από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς σαν η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή / και τις σκοπιμότητες που αυτός ο χαρακτηρισμός εξυπηρετούσε κάθε φορά, η παρομοίωση των ΜμΕ με τη ραχοκοκαλιά, δηλαδή με τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής οικονομίας περιέχει στοιχεία, αλήθειες με άλλα λόγια, που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά και στοιχεία που δεν αντιστοιχούν με την πραγματικότητα. Επομένως, προκειμένου να αναδειχθούν τόσο η συμβολή των ΜμΕ στην ελληνική οικονομία όσο και οι δυνατότητες και οι προοπτικές ανάπτυξης που έχουν, οφείλουμε να αναφερθούμε και στις αλήθειες αλλά και στις αναλήθειες που κρύβονται από αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με την θετική διάσταση από τις αλήθειες. Γιατί οι ελληνικές ΜμΕ συνιστούν πράγματι τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας;

Ο πρώτος λόγος, δεν είναι άλλος από το απλό γεγονός ότι με τον διαρκώς συρρικνωμένο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι ελληνικές ΜμΕ είναι ο μεγαλύτερος από πλευράς όγκου απασχόλησης εργοδότης της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ακόμα και σήμερα, μετά από 8 χρόνια ύφεσης και οικονομικής κρίσης, οι ελληνικές ΜμΕ απασχολούν το 80% περίπου των ατόμων που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Επομένως, και αυτό ισχύει διαχρονικά, οι ελληνικές ΜμΕ αποδεικνύουν τη συμβολή τους στην ελληνική οικονομία με την ανάλογη και αξιοσημείωτη συμβολή τους στην απασχόληση. Ακόμα και στην περίοδο της κρίσης, όσες από τις ΜμΕ άντεξαν έδειξαν συγκράτηση στον αριθμό των απασχολουμένων, όπως άλλωστε δείχνουν και οι εξαμηνιαίες έρευνες κλίματος του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ.

Ο δεύτερος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές ΜμΕ αποτελούν πράγματι την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, σχετίζεται με το ρόλο που αυτές οι επιχειρήσεις διαδραματίζουν ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και διατήρησης του κοινωνικού ιστού της χώρας μας. Ο ρόλος αυτός αναδεικνύεται από μια ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με άλλες ανάλογου επιπέδου οικονομίες της Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, περίπου το 25 % των απασχολουμένων στην ελληνική οικονομία είναι, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αυτοαπασχολούμενοι. Εάν το στοιχείο αυτό, συνδυασθεί με το στοιχείο που προκύπτει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, σύμφωνα με το οποίο οι πολύ μικρές επιχειρήσεις που απασχολούν από 0 έως 9 άτομα αποτελούν το 97 % των ελληνικών επιχειρήσεων, έρχεται στο φως μία διαφορετική πτυχή της ελληνικής οικονομίας. Αυτό το είδος της επιχειρηματικής δράσης και κυρίως εκείνο που σχετίζεται με την αυτοαπασχόληση ή τις πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις  συχνά χαρακτηρίζεται με τον όρο «επιχειρηματικότητα ανάγκης».

Πολλές φορές, όμως, ακούγονται υπερβολές του τύπου «οι ΜμΕ στην Ελλάδα είναι πάρα πολλές και είναι ανάγκη οι μισές από αυτές να κλείσουν». Και είναι υπερβολές επειδή εάν εξαιρεθούν τα προβλήματα της χαμηλής τους παραγωγικότητας, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις συνιστούν ένα είδος «οιονεί μισθωτής απασχόλησης», η οποία στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας εμφανίζεται υπό τη μορφή της αυτοαπασχόλησης ή / και της απασχόλησης σε πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η συμβολή αυτού του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην κοινωνική συνοχή γίνεται φανερή με τη βοήθεια ενός νοητικού πειράματος. Έτσι, εάν δεν υπήρχε καθόλου αυτή η επιχειρηματική δραστηριότητα, πόσες επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες θα χρειάζονταν ώστε να απασχοληθούν αυτά τα άτομα, τα οποία υπολογίζονται στις 750.000, είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα; Και τι χρονικό διάστημα θα απαιτούνταν ώστε να απορροφηθεί παραγωγικά αυτός ο πλεονάζων πληθυσμός;

Υπάρχουν, ωστόσο, διαστάσεις στον χαρακτηρισμό των ελληνικών ΜμΕ σαν ραχοκοκαλιάς της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα

Πιο συγκεκριμένα, ένα πρώτο στοιχείο αναφέρεται στο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών ΜμΕ εξαρτά τον κύκλο εργασιών και κατ’ επέκταση τα έσοδά της αποκλειστικά από την εγχώρια ζήτηση. Για αρκετές δεκαετίες οι ελληνικές ΜμΕ δεν είχαν δείξει επαρκή ή σημαντικά στοιχεία εξωστρέφειας. Το στοιχείο αυτό διαμόρφωσε εδώ και δεκαετίες τον πολύ στενό επιχειρηματικό ορίζοντα των ελληνικών ΜμΕ, ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο εγχώριας αγοράς, αλλά σε τοπικό επίπεδο ή επίπεδο γειτονιάς.

Ένα δεύτερο στοιχείο, το οποίο έχει άμεση συνάφεια με το προηγούμενο, είναι η χαμηλή παραγωγικότητα που επιδεικνύουν για αρκετές δεκαετίες οι ελληνικές ΜμΕ. Πιο συγκεκριμένα, ενώ οι ελληνικές ΜμΕ απασχολούν το 80% των ατόμων που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα παράγουν περίπου το 55% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας[1]». Η χαμηλή παραγωγικότητα, όμως, δεν είναι συνάρτηση αποκλειστικά και μόνο του μεγέθους αυτών των επιχειρήσεων, όπως αρκετοί πασχίζουν να μας πείσουν. Ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι απλουστευτικός και αφελής.

Από εκτιμήσεις που έχουν γίνει στο ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η χαμηλή παραγωγικότητα στις ελληνικές ΜμΕ γενικά είναι συνάρτηση αφενός του λειτουργικού κόστους και αφετέρου της διάρθρωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της κάθε επιχείρησης. Αυτές είναι, οπωσδήποτε, κάποιες πρώτες οριζόντιες, ας μου επιτραπεί ο όρος, εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει στη συνέχεια να εξειδικευθούν και να παραμετροποιηθούν σε επίπεδο κλάδου οικονομικής δραστηριότητας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, από αυτές τις δύο επισημάνσεις είναι δυνατό να ιχνηλατήσουμε και εκείνες τις δέσμες των διαρθρωτικών μέτρων, οι οποίες – εφόσον υλοποιηθούν – είναι δυνατό να καταστήσουν τις ελληνικές ΜμΕ όχημα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Ειδικότερα, μία πρώτη δέσμη διαρθρωτικών μέτρων οφείλει να είναι προσανατολισμένη στη διεύρυνση του επιχειρηματικού ορίζοντα των ελληνικών ΜμΕ, χωρίς απαραίτητα να επηρεάζει το αρχικό τους μέγεθος. Τέτοιου είδους μέτρα είναι:

1) Η ενθάρρυνση του σχηματισμού και της λειτουργίας συστάδων επιχειρήσεων από τις πιο απλές τους μορφές, που είναι η κατά περίπτωση συστάδες, μέχρι την πιο σύνθετή τους μορφή, όπως 

είναι για παράδειγμα στον κλάδο του τουρισμού η δημιουργία εναλλακτικών allinclusive όχι μονάδων αλλά περιοχών. Δεν πρέπει στο σημείο αυτό να παραλείψω ότι το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο στήριξε με τις υπηρεσίες του το σχηματισμό και τη δημιουργία 12 περίπου διαφορετικών συστάδων επιχειρήσεων, τόσο στο Δήμο Αθηναίων, όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο.

2) Η ένταξη ΜμΕ σε «αλυσίδες αξίας»  είτε εγχώριες είτε ακόμα και διεθνείς. Η ένταξη αυτή μπορεί να επιχειρηθεί είτε σε επίπεδο μεμονωμένου κλάδου με τη συνέργεια ΜμΕ και μεγαλύτερων σε μέγεθος επιχειρήσεων είτε και διακλαδικά με τη χωροθέτηση ειδικών επιχειρηματικών πάρκων.

Μια δεύτερη δέσμη διαθρωτικών μέτρων οφείλει να είναι προσανατολισμένη στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ΜμΕ και αυτό το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την ανάπτυξη θεσμών, μηχανισμών και καινοτομικών πολιτικών.  

Σήμερα η καινοτομία αποτελεί θεμελιώδη παράμετρο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, τόσο σε τεχνολογικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο λειτουργίας, επιχειρηματικής οργάνωσης και ανάπτυξης.

Επιπλέον, βασική παράμετρος καθορισμού της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, και της καινοτομικής τους ικανότητας, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι το ευρύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται. 

Η οικονομική κρίση αποτέλεσε μια καθοριστική παράμετρο, για την ανάπτυξη της καινοτομικής δραστηριότητας και οδήγησε σε συγκεκριμένες αντιφάσεις. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις αφορά στο γεγονός ότι ενώ η «καινοτομία» αποτελεί πλέον «πολυτέλεια» για τις περισσότερες μικρές επιχειρήσεις, την ίδια στιγμή η ίδια η «καινοτομία» αποτελεί μια βασική προϋπόθεση για τις μικρές επιχειρήσεις στη διαδικασία αναζήτησης διεξόδων από την παρούσα οικονομική κρίση.

Με άλλα λόγια, το τμήμα αυτό της οικονομίας που αυτή τη στιγμή έχει περισσότερη ανάγκη από γνώσεις, τεχνολογία και καινοτόμες προσεγγίσεις οργάνωσης, είναι ταυτόχρονα και αυτό που ελλείψει πόρων και δομημένων μηχανισμών υποστήριξης αδυνατεί συχνά να αναπτύξει σχετικές δραστηριότητες με καινοτομικό περιεχόμενο.

Μια επιπλέον μεταβολή ωστόσο στο επιχειρηματικό περιβάλλον αφορά και στον αυξανόμενο και εξελισσόμενο ρόλο της γνώσης ως προς την οικονομική ανάπτυξη. Οι τεχνολογικές αλλαγές έχουν οδηγήσει σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον, την λεγόμενη «οικονομία της γνώσης[3]».

Εντούτοις, η τάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας (για παράδειγμα, πληροφορική) αλλά και σε ολόκληρη την οικονομία και τις μικρές επιχειρήσεις, όπως οι κατασκευές, τα τρόφιμα κ.α.. Οι μικρές επιχειρήσεις, σε όλους τους κλάδους και τομείς, αποτελούν χρήστες νέων τεχνολογιών, όπου μπορούν να εφαρμοστούν με διαφοροποιημένο τρόπο για την ανάπτυξη νέων καινοτόμων προϊόντων ή υπηρεσιών.

Η ανάγκη περαιτέρω στήριξης των μικρών επιχειρήσεων σε θέματα καινοτομίας είναι λοιπόν, και για τους παραπάνω λόγους, ένα γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται σε όλες τις σχετικές εκθέσεις ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών (π.χ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΟΟΣΑ). Για τον λόγο αυτό, ένα μεγάλο μέρος των μηχανισμών υποστήριξης και των σχετικών πολιτικών κατευθύνεται στην ενθάρρυνση της καινοτομίας.

Η καινοτομία μπορεί να αφορά τόσο σε φορείς παραγωγής γνώσης (π.χ. πανεπιστήμια), όσο και σε επιχειρήσεις. Στο επίπεδο των επιχειρήσεων, δυο διακριτές κατηγορίες από αυτές είναι οι επιχειρήσεις τεχνολογικής έντασης και οι παραδοσιακοί κλάδοι, με τους τελευταίους (παραδοσιακούς κλάδους) όμως να συνιστούν την συντριπτική πλειοψηφία των υφιστάμενων μικρών επιχειρήσεων στη χώρα.

Για παράδειγμα, στην πρώτη περίπτωση (επιχειρήσεις τεχνολογικής έντασης), η καινοτομία μπορεί να αφορά στη στήριξη αυτού που σήμερα λέμε «νεοφυείς επιχειρήσεις» (start ups) που συνήθως είναι μικρές επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας.

Στη δεύτερη περίπτωση όμως, οι μικρές επιχειρήσεις σε παραδοσιακούς κλάδους, μπορούν να λειτουργήσουν ως χρήστες και πεδία εφαρμογής για τις νέες τεχνολογίες που παράγονται, με σκοπό να βελτιώσουν τις υπηρεσίες και τα προϊόντα τους.

Στο πλαίσιο αυτό, την τελευταία περίοδο παρατηρούμε μια ενίσχυση της τάσης υποστήριξης νεοφυών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας (start ups).

Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι υφιστάμενοι παραδοσιακοί κλάδοι αποτελούν τη βάση της ελληνικής οικονομίας και διακρίνονται από δυο βασικά στοιχεία που μπορούν επίσης να αποτελέσουν επαρκή τεκμήρια ώστε να χρήζουν αντίστοιχης περαιτέρω υποστήριξης.

  • Πρώτον, οι μικρές επιχειρήσεις στους παραδοσιακούς κλάδους, αποτελούν ένα ευρύ πεδίο εφαρμογής νέων τεχνολογιών και ως χρήστες των συστημάτων που παράγονται από τις νεοφυείς επιχειρήσεις (όπως το παράδειγμα της εφαρμογής Taxibeat, σε επιχειρήσεις του κλάδου των ταξί).   
  • Δεύτερον, οι μικρές επιχειρήσεις στους παραδοσιακούς κλάδους διακρίνονται από το χαρακτηριστικό έντονης διασύνδεσης με τις τοπικές αγορές εργασίας και τις τοπικές οικονομίες, επομένως έχουν και υψηλό «κοινωνικο-οικονομικό αποτύπωμα».
  • Τρίτον, ως υφιστάμενες επιχειρήσεις, οι μικρές επιχειρήσεις στους παραδοσιακούς κλάδους, συμβάλλουν σταθερά μέσα από την δραστηριότητα τους, στη δημοσιονομική λειτουργία του κράτους. Υποστηρίζουν την όποια ταμειακή, ανταποδοτική και αναπτυξιακή δραστηριότητα του.  Συνεπώς, οι μικρές επιχειρήσεις, διακρίνονται από χαρακτηριστικά που δεν συνοδεύουν στον ίδιο βαθμό απαραίτητα άλλες αναπτυξιακές μορφές, όπως στην περίπτωση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων , που ναι μεν μεταφέρουν κεφάλαια και τεχνογνωσία στη χώρα, αλλά η όποια θετική τους επίπτωση, θα πρέπει να διερευνηθεί με ποιους αναπτυξιακούς όρους και εάν, επιτελείται, σε επίπεδο διασυνδέσεων με την αγορά εργασίας και τις τοπικές επιχειρήσεις (π.χ. νέες θέσεις εργασίας, προμήθειες από τοπικές επιχειρήσεις κλπ).

Προς την κατεύθυνση αυτή λοιπόν, αναδεικνύεται η άμεση σημασία στήριξης των παραδοσιακών κλάδων και των μικρών επιχειρήσεων, με την ενθάρρυνση και την υποστήριξη της «καινοτομίας» με διαφορετικούς τύπους, μέσα από τη χρήση τεχνολογιών και νέων πρακτικών και νέων μορφών συνεργασίας που θα διαμορφώσουν νέους βιώσιμους και ολοκληρωμένους αναπτυξιακούς όρους καθώς και συγκεκριμένες θετικές αναπτυξιακές επιπτώσεις.

Οι παραπάνω λόγοι αποτελέσαν τεκμήρια που καθοδήγησαν, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο στην στήριξη και ενθάρρυνση καινοτομικών δραστηριοτήτων στις μικρές επιχειρήσεις μέσω της Μονάδας Καινοτομίας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, που βρήκε ευρεία ανταπόκριση από τις ΜμΕ.

Η εμπειρία μας από την Μονάδα Καινοτομίας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ μας δείχνει ότι οι αλλαγές που επέφερε η κρίση στο επιχειρηματικό περιβάλλον (π.χ. φορολογία) των επιχειρήσεων οδήγησαν και σε αλλαγή των προτεραιοτήτων αναφορικά με τον τύπο της καινοτομίας που αναπτύσσεται. Τόσο οι καταναλωτές, όσο και οι επιχειρήσεις ζητούν πλέον, είτε φθηνά προϊόντα, είτε καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής (value-for-money).

Οι ίδιες οι μικρές επιχειρήσεις από την πλευρά τους, όπως δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία, προσφεύγουν πρωτίστως σε μορφές καινοτομίας που σχετίζονται αρχικά με την οργάνωση, την προώθηση, τη μεταφορά και ενσωμάτωση τεχνολογικού εξοπλισμού και την κατάρτιση προσωπικού, και σε μικρότερο βαθμό με καινοτομίες τεχνολογικού χαρακτήρα, δηλαδή ανάπτυξη των καινοτομιών σε διαδικασίες ή/και προϊόντα.

Με αυτά τα δεδομένα, έχουμε καταλήξει ,ότι αυτού του είδους τα διαρθρωτικά μέτρα είναι δυνατό να δημιουργήσουν για τις ελληνικές ΜμΕ, τις απαραίτητες για αυτές οικονομίες κλίμακας και με τον τρόπο αυτό να οδηγήσουν σε έμμεση μείωση του κόστους λειτουργίας τους, περιορίζοντας ταυτόχρονα το βαθμό ολιγοπώλησης, που σε ορισμένες αγορές αγαθών και υπηρεσιών, είναι πολύ υψηλός και ξεπερνά το 80 %.

Τέλος, τόσο οι συστάδες και ο σχηματισμός αλυσίδων αξίας όσο και η ενθάρρυνση και στήριξη της καινοτομίας μπορεί να συνδυασθεί με ένα είδος έξυπνης υποκατάστασης εισαγωγών βελτιώνοντας με τον τρόπο αυτό το εξωτερικό μας ισοζύγιο.

Αυτές όμως οι δυνατότητες, θα μείνουν απλά δυνατότητες και μόνο, εάν δεν λάβουμε υπόψη τα επείγοντα προβλήματα που ήδη εδώ και 8 χρόνια αντιμετωπίζουν οι ελληνικές ΜμΕ.

Ένα από τα πιο οξυμένα προβλήματα είναι η παντελής έλλειψη ρευστότητας και το απαγορευτικό για τις ελληνικές ΜμΕ κόστος του χρήματος, είτε για μικρές επενδύσεις είτε κυρίως για κεφάλαια κίνησης. Η ανάπτυξη των κατάλληλων για τις ελληνικές ΜμΕ χρηματοδοτικών εργαλείων είναι μία επιπρόσθετη δέσμη απαραίτητων διαρθρωτικών μέτρων. Για τα προβλήματα της χρηματοδότησης, αλλά και για τις προτάσεις που έχει επεξεργαστεί το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, θα μιλήσει στη συνέχεια το στέλεχος του Ινστιτούτου κ. Δημ. Μπίμπας. Εγώ, απλώς, θέλω να τονίσω εδώ τον επείγοντα χαρακτήρα του προβλήματος.

Να τονίσω επίσης ότι, το πιο άμεσο και οξυμένο πρόβλημα είναι, η υπέρμετρη φορολόγηση, η οποία σε συνδυασμό με τις νέες ασφαλιστικές εισφορές, έχει σε πολλές περιπτώσεις ξεπεράσει τα όρια της φοροδοτικής μας ικανότητας. Εάν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη και ο όγκος των ήδη εξυπηρετούμενων οφειλών τόσο προς την Εφορία όσο και προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία (ΟΑΕΕ και ΙΚΑ), πολύ φοβάμαι ότι θα οδηγηθούν σε «θάνατο» ακόμα και εκείνες οι επιχειρήσεις που έχουν επιβιώσει της κρίσης.

Επειδή, έχουμε συνείδηση ότι αυτή η υψηλή και υπέρμετρη φορολογία, είναι μία πολιτική που δύσκολα ανατρέπεται από μόνη της, θεωρούμε ότι άμεση προτεραιότητα για τις φορολογικές αρχές οφείλει από τούδε και στο εξής να είναι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης με τον περιορισμό τόσο του παραεμπορίου όσο και του λαθρεμπορίου καπνικών και άλλων προϊόντων.

Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας την εισήγησή μου θα ήθελα να σταθώ σε ένα σημείο που, κατά την άποψή μου, είναι σημαντικό και ως πολιτικός σχηματισμός χρειάζεται να το λάβετε υπόψη. Γνωρίζουμε ότι η πολιτική των «συμφωνιών» που μέχρι τώρα έχουμε συνάψει με τους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και με το ΔΝΤ είχε πάντοτε έναν διττό προσανατολισμό: αφενός τη δημοσιονομική εξυγίανση και σταθερότητα και αφετέρου τις διαθρωτικές εκείνες μεταρρυθμίσεις που θεωρούνται απαραίτητες όχι μόνο για την ανάκαμψη αλλά και για την ίδια τη βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, κατά την υλοποίηση των συναφών πολιτικών τα μέτρα της δημοσιονομικής εξυγίανσης ήρθαν και εξουδετέρωσαν τις όποιες θετικές επιπτώσεις από τα μέτρα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων δυσχεραίνοντας ακόμα περισσότερο την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Και, τέλος, και ως προς τις δύο στοχεύσεις οι ελληνικές ΜμΕ αντιμετωπίστηκαν εξ αντικειμένου όχι σαν «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας αλλά σαν ένας «φτωχός συγγενής».

 


 

[1] 650.000 ΜμΕ απασχολούν το 80% και παράγουν το 57 % της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας 57%. 400 μεγάλες επιχειρήσει (250+ προσωπικό) απασχολούν το 20% και παράγουν το 43% της  ακαθάριστης προστιθεμένης αξίας.

[2] αλυσίδες αξίας : όταν οι επιχειρήσεις και οι οικονομίες επικεντρώνονται στο τμήμα της διαδικασίας στο οποίο είναι καλύτερες, χρησιμοποιώντας ενδιάμεσα αγαθά και υπηρεσίες από αλλού χωρίς να χρειάζεται να αναπτύξουν έναν ολόκληρο κλάδο. Με πολύ απλά λόγια εξειδίκευση.

[3] οικονομία της γνώσης σημαίνει ότι οι κλασικοί παραγωγικοί συντελεστές (γη, κεφάλαιο, εργασία) έχουν πια μικρότερη αξία στην παραγωγή και τη δημιουργία κερδών σε σχέση με του άυλους συντελεστές (πληροφορία, γνώση, ειδικότητες, δηλαδή συνοπτικά το ανθρώπινο κεφάλαιο)». Όσο περισσότερες και καλύτερες πληροφορίες και γνώσεις παράγουν οι κοινωνίες, τόσο πιο πλούσιες, παραγωγικές και ανταγωνιστικές γίνονται. Αντίστοιχα ισχύει για τις επιχειρήσεις. Ένα κλασικό παράδειγμα τέτοιας επιχείρησης είναι η google. Είναι προφανές ότι εξέχοντα ρόλο στο πεδίο αυτό έχουν τα πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα. Ο τρόπος και ο χρόνος εισαγωγής της καινοτομίας που παράγεται μέσα από την γνώση στην επιχειρηματική-εμπορική διαδικασία (οικονομία της γνώσης) αποτελεί και το συγκριτικό πλεονέκτημα.

 

sima ime

  

logo kek