Ομιλία Γενικού Γραμματέα ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Κουράση στην Hμερίδα που συνδιοργανώνει: η ΓΣΕΒΕΕ, ο Δήμος Αγ. Δημητρίου, το Κίνημα Πολιτών “Καταναλώνουμε ό,τι παράγουμε” & η ΕΚΠΟΙΖΩ με θέμα: “Επιχειρηματικότητα και Κατανάλωση : Βασικοί Πυλώνες για την στήριξη της

Δημαρχείο Αγίου Δημητρίου

Αθήνα, 11 Μαρτίου 2015

 

“Η ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ”

Αποτελεί κοινό τόπο και κοινή παραδοχή ότι ο κύκλος εργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων και ειδικότερα των μικρών και των πολύ μικρών τροφοδοτείται από το εισόδημα των ελλήνων και ελληνίδων πολιτών, όταν οι τελευταίοι / αίες δαπανούν τα εισοδήματά τους στην εγχώρια κατανάλωση. Αυτή η παραδοχή επαληθεύτηκε τα τελευταία χρόνια της κρίσης και της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης με έναν τρόπο αρνητικό. Πιο συγκεκριμένα, όπως έχουν δείξει τα στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ αλλά και οι διαδοχικές έρευνες του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, η μείωση των εισοδημάτων κατά 40 % από το 2010 μέχρι και το 2013 οδήγησε σε σωρευτική μείωση του κύκλου εργασιών στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά 70 % αλλά και σε 230.000 λιγότερες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα της ελληνικής οικονομίας.

Παρ’ όλα αυτά, σήμερα – και εξαιτίας της τρέχουσας συγκυρίας και των γεγονότων που αναφέρονται στη διαπραγμάτευση με τους «θεσμούς» - η συζήτηση έχει περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στη συζήτηση περί της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και στους τρόπους εξυπηρέτησής του. Ασφαλώς, η βιώσιμη εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους που, κατά την άποψή μας, ισοδυναμεί με δραστική μείωση των εξωφρενικών πρωτογενών πλεονασμάτων, είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάκτηση της οικονομικής δραστηριότητας. Συνθήκη, κατά κοινή ομολογία, αναγκαία όχι όμως και επαρκής.

Η αποκατάσταση των διαθέσιμων εισοδημάτων, η ενίσχυση της ζήτησης και της κατανάλωσης και κατ’ επέκταση, η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας εξαρτάται από τη συνδρομή των ακόλουθων παραγόντων ή προϋποθέσεων:

[1] Τη θεσμοθέτηση ενός πάγιου, σταθερού και δίκαιου φορολογικού συστήματος που θα είναι θεμελιωμένο στις αρχές του ανταποδοτικού οφέλους αφενός και της φοροδοτικής ικανότητας αφετέρου. Μέχρι σήμερα, η φορολόγηση των εισοδημάτων αλλά και της ακίνητης περιουσίας – οι λεγόμενοι άμεσοι φόροι - ακολουθούσε μια στενόμυαλη και μυωπική εισπρακτική λογική χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, η αποκατάσταση της κλίμακας των φορολογικών συντελεστών αλλά και η θεσμοθέτηση κινήτρων (εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημα και εκπτώσεις από το φόρο) μπορεί όχι μόνο να αναθερμάνει την οικονομία αλλά παράλληλα να έχει και άλλες δύο επιπρόσθετες θετικές συνέπειες: (α) τη διεύρυνση της φορολογικής ύλης στους έμμεσους φόρους και ιδιαίτερα στον ΦΠΑ και (β) την αποτύπωση των πραγματικών εισοδημάτων των ελλήνων φορολογουμένων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο και σε συνδυασμό με το περιουσιολόγιο θα είναι δυνατή η υλοποίηση μιας αναδιανεμητικής πολιτικής, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενίσχυση της κατανάλωσης. Αυτό που συνέβη κατά την περίοδο της κρίσης, αντίθετα, ήταν μια αντίστροφη αναδιανομή υπέρ των υψηλών εισοδημάτων.

[2] Η δεύτερη προϋπόθεση δεν είναι άλλη από την ενίσχυση αλλά και των εξορθολογισμό των δημοσίων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, επιστροφή στην επενδυτική ευφορία της δεκαετίας του 1990 και τις αλόγιστες σπατάλες. Η ενίσχυση των δημοσίων επενδύσεων – μάλιστα, από το 2010 η ΓΣΕΒΕΕ είχε θέσει ως αίτημα την εξαίρεση του ελλείμματος στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων από το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα – είναι κρίσιμης σημασίας: (α) διότι εξασφαλίζουν με πιο σίγουρο τρόπο την έξοδο από την ύφεση, πράγμα που δεν ισχύει για τις ιδιωτικές επενδύσεις και μάλιστα με δεδομένη την χρηματιστικοποίηση των οικονομιών σήμερα και (β) επειδή η επενδυτική δραστηριότητα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις παραμένει παρά την ανάσχεση της επιδείνωσης στους δείκτες κλίματος, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στην τελευταία εξαμηνιαία έρευνα του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, επικίνδυνα στάσιμη. Και τούτο παρά το γεγονός ότι ιδιαίτερα στις μεταποιητικές επιχειρήσεις η χρησιμοποιούμενη παραγωγική δυναμικότητα έχει πέσει στο 55%. Χαρακτηριστικό παράδειγμα δημοσίων επενδύσεων είναι η χωροθέτηση σε δημόσια γή πρότυπων επιχειρηματικών πάρκων, στα οποία θα είναι εγκατεστημένες επιχειρήσεις ενταγμένες σε αλυσίδες αξίας είτε εγχώριες είτε διεθνείς μαζί με τις απαραίτητες δημόσιες αρχές για την εξυπηρέτηση αυτών των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο μειώνονται τα διοικητικά βάρη και το γραφειοκρατικό κόστος αλλά ταυτόχρονα διευρύνεται και ο επενδυτικός και κατ’ επέκταση ο επιχειρηματικός ορίζοντας των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

[3] Μία τρίτη, τέλος, προϋπόθεση είναι ο ριζικός ανασχεδιασμός των κοινωνικών μεταβιβάσεων και η αποφυγή καταβολή τους σε χρήμα. Αντίθετα, Η καταβολή των κοινωνικών μεταβιβάσεων σε είδος μπορεί να ενισχύσει με πιο αποτελεσματικό τρόπο την εγχώρια επιχειρηματική δραστηριότητα, λειτουργώντας σαν ένα είδος ήπιας υποκατάστασης εισαγωγών. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, αυξάνεται εμμέσως το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στα οποία απευθύνονται οι σε είδος κοινωνικές μεταβιβάσεις και στη συνέχεια αυξάνεται είτε η επιπρόσθετη κατανάλωσή τους είτε το ύψος των αποταμιεύσεών τους.

Κλείνοντας αυτές τις σύντομες σκέψεις που είχα την τιμή και την ευκαιρία να μοιραστώ απόψε μαζί σας. Θα ήθελα να επισημάνω τρία θέματα. Το πρώτο από αυτά είναι ότι αυτές οι προτάσεις πολιτικής είναι ενδεικτικές και με κανένα τρόπο εξαντλητικές. Ερχόμαστε, έτσι, στο δεύτερο θέμα που έχει να κάνει και με αλλαγές σε άλλα πεδία πολιτικής, όπως για παράδειγμα εκείνο που αναφέρεται στους τρόπους και στις μορφές χρηματοδότησης που θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στις ανάγκες όσο και στη φυσιογνωμία των ελληνικών μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Το τρίτο θέμα, τέλος, εκφράζεται με ανάγλυφο τρόπο στους στίχους του γνωστού τραγουδιού: «Λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά»…

 

sima ime

  

logo kek