Εισήγηση Προέδρου ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά στην 46η Γενική Συνέλευση της ΓΣΕΒΕΕ

Αθήνα, 29-30 Νοεμβρίου 2014

NOVOTEL

Επειδή από όλες τις απόψεις, η συγκυρία την οποία διατρέχουμε είναι ιδιαίτερα κρίσιμη όχι μόνο για την Συνομοσπονδία αλλά και για την ίδια την ελληνική κοινωνία, επιτρέψτε μου αυτή τη χρονιά ο Προγραμματισμός Δράσης, στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της ΓΣΕΒΕΕ να προσανατολιστεί σε ζητήματα που αφορούν τη στρατηγική της Συνομοσπονδίας υπερβαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, τον ετήσιο χρονικό ορίζοντα των επιμέρους δράσεων που ούτως ή άλλως προγραμματίζουμε για το επόμενο έτος.

Θα ξεκινήσω, επομένως, με την ανάλυση της συγκυρίας της κρίσης. Πιο συγκεκριμένα, θα εστιάσω στα ακόλουθα σημεία: (Α) Στις συνέπειες από τη κρίση, (Β) Στους στόχους και στους σκοπούς της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης, δηλαδή της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης και (Γ) Στο συσχετισμό δυνάμεων, όπως αυτός εκδηλώνεται και αρχίζει να αποκτά μορφή στην ελληνική κοινωνία.

Α. Οι θλιβερές και οπωσδήποτε οδυνηρές συνέπειες από την κρίση γίνονται κατανοητές με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο με βάση τα ακόλουθα αναμφισβήτητα και επίσημα στοιχεία

[1] Μείωση του ΑΕΠ: Από την αρχή της κρίσης μέχρι το τέλος του 2013 ο πλούτος που παράγεται στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 67 δις Ευρώ ή κατά 28 %. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μία πρωτοφανή για την ελληνική οικονομία καταστροφή που συνέβη σε περίοδο ειρήνης.

[2] Κλείσιμο επιχειρήσεων: Από το 2008 έως και το 2013 οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική οικονομία είναι λιγότερες κατά 230.000 περίπου. Αυτό σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η μία στις τέσσερις επιχειρήσεις από αυτές που υπήρχαν το 2008.

[3] Απώλειες στην Απασχόληση {Β ΄Τρίμηνο 2008 – Β ΄Τρίμηνο 2014}:

{α} Συνολικά οι θέσεις απασχόλησης μειώθηκαν κατά 1.043.000 εργαζόμενους ή κατά 23 %

{β}  Στη μεταποίηση η μείωση είναι 220.300 εργαζόμενους ή 41 %, στις Κατασκευές η μείωση είναι 250.900 εργαζόμενους ή 63 %, στο Εμπόριο είναι 208.100 εργαζόμενους ή 25 %, στις Μεταφορές είναι 42.300 εργαζόμενους ή 20 %, στα Καταλύματα και στην Εστίαση είναι 25.800 εργαζόμενους ή 8 % ενώ στους Μεσίτες είναι 6.900 εργαζόμενους ή 75 %. Επομένως, από τις 1.043.000 απώλειες οι 754.300 – δηλαδή τα τρία τέταρτα - προέρχονται από κλάδους που εκπροσωπεί η ΓΣΕΒΕΕ

{γ} Από τις συνολικά 1.043.000 απώλειες οι 788.531 αφορούν μισθωτούς, οι 180.000 αυτοαπασχολούμενους, οι 144.000 εργοδότες και οι 108.000 βοηθούς σε οικογενειακές επιχειρήσεις. Το «μερίδιο του λέοντος» σε απόλυτους αριθμούς φαίνεται ότι πέφτει στους μισθωτούς. Ωστόσο, τα ποσοστά μείωσης δείχνουν μία διαφορετική εικόνα. Έτσι, ενώ για τους μισθωτούς η μείωση είναι 22 %, για τους αυτοαπασχολούμενους είναι 19 %, για τους εργοδότες και για τους βοηθούς στις οικογενειακές επιχειρήσεις το ποσοστό μείωσης αυξάνεται στο 40 %.

[4] Μείωση εισοδημάτων: Κατά το χρονικό διάστημα 2009-2013 το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυρών μειώθηκε από 171 δις σε 122 δις Ευρώ (απώλεια 50 δις Ευρώ περίπου). με δεδομένα τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας η απώλεια αυτή είναι η μεγαλύτερη που έχει συμβεί σε περίοδο ειρήνης.

[5] Μείωση δημοσίων δαπανών (υγεία, παιδεία): (α) Υγεία: κατά το χρονικό διάστημα 2009 – 2012 η συνολική δημόσια δαπάνη για την υγεία μειώθηκε από 16,1 δις σε 12 δις Ευρώ ή κατά 25 %. Παράλληλα, κατά την ίδια χρονική περίοδο η συνολική ιδιωτική δαπάνη μειώθηκε από 7 δις σε 5,6 δις Ευρώ {ενώ η δαπάνη για ιδιωτική ασφάλιση αυξήθηκε από 437 σε 526 εκατομμύρια Ευρώ. – (β) Παιδεία: Κατά το χρονικό διάστημα 2008 – 2014 οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία συνολικά μειώθηκαν από 7,7 δις σε 5 δις Ευρώ ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ του 2008 μειώθηκαν από 3,3 % σε 2,2 %. Από την άλλη μεριά η συνολική ιδιωτική δαπάνη για εκπαίδευση παραμένει σταθερή κατά το ίδιο χρονικό διάστημα καθώς στο τέλος του 2013 διαμορφώνονται στα 5,2 δις Ευρώ. Για πρώτη φορά η συνολική ιδιωτική δαπάνη ξεπερνά έστω και οριακά τη συνολική δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση.

[6] Ιδιωτικό Χρέος: Σε απόλυτες τιμές το ιδιωτικό χρέος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών προς το Δημόσιο, τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τα τραπεζικά ιδρύματα διαμορφώνεται στα 330 δις Ευρώ περίπου, έχοντας ξεπεράσει το ύψος του δημοσίου χρέους. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι η ραγδαία αύξηση του μη εξυπηρετούμενου μέρους του ιδιωτικού χρέους αφού αυτό σήμερα έχει ξεπεράσει οριακά τα 170 δις Ευρώ.

[7] Ρευστότητα: Το πρόβλημα της ρευστότητας για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις έχει προσλάβει ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα, όπως δείχνουν επανειλημμένα οι έρευνες κλίματος του ΙΜΕ. Στην συνεχιζόμενη αυτή επιδείνωση της ρευστότητας έχουν συμβάλει: (α) Η μείωση των εισοδημάτων των νοικοκυριών και η αντίστοιχη ανάλογη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης, στοιχείο που αποτυπώνεται στη διαρκή μείωση στον κύκλο εργασιών αυτών των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τις επαναλαμβανόμενες εξαμηνιαίες έρευνες του ΙΜΕ, η σωρευτική μείωση του κύκλου εργασιών για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά το χρονικό διάστημα 2010 – 2014 έφτασε το 70 % μεσοσταθμικά. (β) Η κατάρρευση του άτυπου πιστωτικού συστήματος των μεταχρονολογημένων επιταγών. Ας σημειωθεί ότι αυτή η κατάρρευση συνεχίζεται αφού, σύμφωνα με στοιχεία της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., κατά το πρώτο 10μηνο του 2014 η άνευ αντικρύσματος επιταγές έφτασαν τα 323 εκατομμύρια Ευρώ. (γ) Η συνεχιζόμενη αρνητική πιστωτική επέκταση εκ μέρους του τραπεζικού συστήματος. Οι «παραδοσιακές» δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων μέσω του τραπεζικού συστήματος είτε για κεφάλαια κίνησης είτε για επενδυτικά κεφάλαια συνεχίζονται και βαίνουν επιδεινούμενες, καθώς σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ανάλογα ευρήματα από έρευνα του ΙΜΕ, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι πρωταθλήτριες ως προς τις δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδοτικά μέσα αφού αποκλείονται από αυτή το 80 % περίπου των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Η επιδείνωση αυτών των δεικτών έρχεται να μετριάσει αν όχι να θολώσει του διθυράμβους περί ανάκαμψης, πολύ δε περισσότερο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία τείνει να σταθεροποιηθεί σε μία κατάσταση στασιμότητας με υψηλά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης, με σημαντικό ποσοστό αχρησιμοποίητου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού – για τις μικρές και πολύ μικρές μεταποιητικές επιχειρήσεις το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 60 % περίπου σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΙΜΕ – με χαμηλά εισοδήματα και αυξανόμενη ανισότητα. Η κατάσταση αυτή, μάλιστα, είναι αποτέλεσμα κρατικών πολιτικών, με άλλα λόγια είναι αποτέλεσμα συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων. Επομένως, η σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας – με όποια ιδεολογικά ματογυάλια και αν την διαβάσει κανείς - δεν είναι αμιγώς απότοκο της κρίσης εν γένει ούτε, όπως είπαμε και προηγουμένως, φυσικό φαινόμενο. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό αυτή η κατάσταση και η σημερινή συγκυρία οφείλεται στην επιβληθείσα στην ελληνική κοινωνία πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, η οποία για τη συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού βιώνεται ως πολιτική άγριας λιτότητας. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστικό ότι αυτή η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης αποτελεί μία από τις δύο βασικές προϋποθέσεις ή συνθήκες για την ανάπτυξη που άλλοι ευαγγελίζονται και άλλοι προσδοκούν τρίβοντας τα χέρια τους.

Β. Η αναγκαιότητα αυτής της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης στηρίχτηκε στην μονοσήμαντη ερμηνεία της κρίσης αποκλειστικά και μόνο ως κρίση δημοσίου χρέους. Από την ερμηνεία αυτή έχουν προκύψει δύο σημαντικές συνέπειες: αφενός η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης στοιχειοθετήθηκε ως πολιτική αναχρηματοδότησης του δημοσίου χρέους και εξασφάλισης της είσπραξής του και, αφετέρου, παρέμεινε στο περιθώριο και στη σκιά η γενεσιουργός αιτία της κρίσης, η κρίση δηλαδή του «μεταπολιτευτικού» αναπτυξιακού προτύπου.

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, στο βαθμό που έχει τεθεί ως αναγκαία συνθήκη για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, κρύβει και το  νέο αναπτυξιακό πρότυπο που επιχειρείται να παγιωθεί και κυρίως τον περιθωριακό ρόλο που επιφυλάσσει για τις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις. Και αυτό παρά την επαναλαμβανόμενη ρητορεία περί «ραχοκοκαλιάς της ελληνικής οικονομίας». Ήδη έχουμε πολλές φορές ακούσει και διαβάσει ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα δεν είναι ανταγωνιστικές, είναι πάρα πολλές και θα πρέπει να περιοριστούν ποσοτικά γύρω στις 200.000. Φυσικά, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως η «επιχειρηματικότητα ανάγκης», η εσωστρέφεια αλλά και ο στενός επιχειρηματικός ορίζοντας ισχύουν. Από αυτή τη διαπίστωση, όμως, μέχρι τον προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής σε ένα είδος «οικονομικής εθνοκάθαρσης», η απόσταση είναι μεγάλη. Τα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αντιστοιχούν στα διαρθρωτικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό καπιταλισμό τα τελευταία 40 χρόνια. Και επιπρόσθετα: οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις στο εσωτερικό αυτού του καπιταλισμού ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένες να λειτουργούν είτε συμπληρωματικά – στην καλύτερη περίπτωση – είτε στο πλαίσιο αγορών, του περίφημου δηλαδή επιχειρηματικού περιβάλλοντος, που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό ολιγοπώλησης.

Απέναντι σε αυτά τα διαρθρωτικά προβλήματα ως μοναδική και αναμφισβήτητη θεραπεία προβάλλει μία πολιτική που συνθηματικά συνοψίζεται στον όρο «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» και αποτελείται από δύο σκέλη: από τη σταθεροποίηση αφενός και από τη φιλελευθεροποίηση / ιδιωτικοποιήσεις αφετέρου. Πρόκειται για μία συνταγή πολιτικής που έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα στο παρελθόν σε κοινωνίες που η κρίση τους κατανοήθηκε ως κρίση δημοσίου χρέους. Επομένως, έχουμε ιστορικά προηγούμενα και είμαστε σε θέση να «μαντέψουμε» και το νέο αναπτυξιακό πρότυπο αλλά και τις συνέπειες που θα έχει όχι μόνο για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αλλά και για την κοινωνία εν γένει. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με το πρώτο σκέλος αυτό της σταθεροποίησης. Σταθεροποίηση, στο πλαίσιο αυτό, σημαίνει και ισοδυναμεί με προσαρμογή του επιπέδου διαβίωσης τόσο των εργαζομένων μισθωτών όσο και του κοινωνικού στρώματος που εκπροσωπεί η ΓΣΕΒΕΕ στις ισχνές σήμερα παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Καθήλωση, με άλλα λόγια, των εισοδημάτων αλλά και της οικονομικής δραστηριότητας των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Γενικότερα, η οικονομική δραστηριότητα σε τομείς και κλάδους της οικονομίας που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ατμομηχανές θα σέρνεται. Μπροστά μας, επομένως, ανοίγεται ένας ορίζοντας στασιμότητας.

Ποιους κλάδους, όμως, και ποιες επιχειρήσεις θα ωφελήσει αυτή η νέα πολιτική και το αναδυόμενο αναπτυξιακό πρότυπο; Ένας από τους κλάδους που είναι ήδη αντικείμενο προνομιακής μεταχείρισης είναι ο τουρισμός και οι συναφείς προς αυτόν δραστηριότητες με δεδομένο το ρόλο που διαδραματίζει στην εύκολη εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας και στο εξωτερικό ισοζύγιο. Πρόκειται για έναν κλάδο που προσφέρεται τόσο για συγκέντρωση όσο και για συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Οι ιδιωτικοποιήσεις / εκποιήσεις δημόσιων υποδομών, όπως είναι τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, οι μαρίνες αλλά και η δημόσια ακίνητη περιουσία είναι στοιχεία που αναδεικνύουν τις πραγματικές δυνατότητες για τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε αυτόν τον κλάδο. Από την άλλη μεριά, η επικράτηση στον κλάδο αυτό μερικών μεγάλων επιχειρήσεων και ομίλων δείχνει με σαφήνεια την τάση της συγκεντροποίησης. Προς την κατεύθυνση αυτή συμβάλει και η γενναιόδωρη επιδότηση εκ μέρους του κράτους μεγάλου μέρους του μισθολογικού αλλά και του μη μισθολογικού κόστους καθώς και η προώθηση ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Ο δεύτερος κλάδος που θα επωφεληθεί από αυτήν την πολιτική είναι ο κλάδος των τραπεζών. Εδώ, αποφασιστικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι 4 λεγόμενες «συστημικές τράπεζες» (Να αναφερθεί ότι οι 3 από αυτές είναι μέλη του ΣΕΤΕ). Η εξυγίανση αυτών των τραπεζών και η εξασφάλιση της κεφαλαιακής τους επάρκειας έχει κοστίσει στους έλληνες πολίτες αρκετές δεκάδες δισεκατομμύρια Ευρώ. Ας σημειωθεί ότι μόνο η ρύθμιση του αναβαλλόμενου φόρου κόστισε 10 δις Ευρώ για το 2014. Η σύνδεση του κλάδου των τραπεζών με τον κλάδο του τουρισμού φαίνεται από τους σχεδιασμούς για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η ρευστότητα και η χρηματοδότηση από στοιχεία που σποραδικά διαρρέουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Σύμφωνα με τις «διαρροές» αυτές, η χρηματοδότηση θα κατευθυνθεί κυρίως σε επιχειρήσεις διαχείρισης ακινήτων {real estate} αλλά και σε επιχειρηματικές δραστηριότητες συμπληρωματικές προς τον τουρισμό, όπως για παράδειγμα οι επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων.

Δίπλα από αυτή τη σχεδιαζόμενη αναπτυξιακή «ατμομηχανή» θα αναπτυχθεί – ήδη έχει αρχίσει και αναπτύσσεται – επιχειρηματική δραστηριότητα σε κλάδους που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση μεγάλων τμημάτων του λεγόμενου κοινωνικού μισθού (υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, ενέργεια, ύδρευση, κλπ.).

Απέναντι σε αυτόν το διαφαινόμενο τύπο ανάπτυξης η ΓΣΕΒΕΕ εδώ και καιρό έχει αντιπροτείνει ένα εναλλακτικό σχέδιο που βασίζεται στους ακόλουθους άξονες:

[1] Επιλογή συγκεκριμένων κλάδων που θα διαδραματίσουν το ρόλο της «ατμομηχανής». Βασικά κριτήρια για την επιλογή αυτών των κλάδων είναι η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού αλλά και οι διασυνδέσεις που μπορούν να έχουν με άλλους κλάδους της οικονομίας.  Ως τέτοιοι κλάδοι έχουν προκριθεί η ενέργεια, οι κατασκευές (με διαφορετικό, ωστόσο, προσανατολισμό), η υγεία και το περίφημο αγροτοδιατροφικό σύμπλεγμα . Στους κλάδους αυτούς οφείλει να συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο ποσοστό των δημοσίων επενδύσεων και να προσανατολιστούν τόσο στη σύνδεση της παιδείας και της έρευνας όσο και στο σχηματισμό «αλυσσίδων αξίας».

[2] Η κλίμακα της ανάπτυξης πρέπει να σχεδιαστεί με βάση επιχειρηματικές μονάδες μικρού και μεσαίου μεγέθους. Η επιλογή αυτής κλίμακας υπαγορεύεται από το ίδιο το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας αλλά και από το γεγονός ότι η απασχόληση στην κλίμακα αυτή είναι μαζικότερη και περισσότερο ανθεκτική. Το πρόβλημα των οικονομιών κλίμακος, προνόμιο των μεγάλων επιχειρήσεων, μπορεί στην περίπτωση αυτή να επιλυθεί εναλλακτικά ή στο πλαίσιο σχηματισμού «συστάδων επιχειρήσεων» ή ακόμα και με την εγκατάστασή τους σε διακλαδικά «επιχειρηματικά πάρκα».

[3] Το ζήτημα της χρηματοδότησης της ανάπτυξης δεν είναι δυνατό να αφεθεί στην άναρχη ιδιωτική πρωτοβουλία, δεδομένου ότι σήμερα οι επενδύσεις όχι μόνο είναι βραχυπρόθεσμες και κερδοσκοπικές αλλά και δεν εξασφαλίζουν ένα βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο. Το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης οφείλει να προέλθει από έναν προϋπολογισμό (και όχι απλώς από ένα πρόγραμμα) δημοσίων επενδύσεων, ο οποίος πρέπει να οικοδομηθεί έτσι ώστε να έχει αντικυκλικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Στο πλαίσιο αυτό, η ΓΣΕΒΕΕ έχει ήδη προτείνει την εξαίρεση του ελλείμματος του προϋπολογισμού δημοσίων επενδύσεων από το συνυπολογισμό του στο συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα. Παράλληλα, και αναφορικά με την χρηματοδότηση των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι η ανάπτυξη μικρο-χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως για παράδειγμα το crowdfunding, τα credit unions, το factoring, το venture capital, κλπ. πρέπει να αναπτυχθούν είτε στο πλαίσιο των συνεταιριστικών τραπεζών είτε με τη δημιουργία τράπεζας για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

[4] Στο πλαίσιο αυτό είναι αναγκαία και η αναμόρφωση της φορολογικής πολιτικής και του ίδιου του ισχύοντος φορολογικού πλαισίου / συστήματος. Στη σημερινή συγκυρία η φορολογική πολιτική εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο ταμειακούς σκοπούς με αποτέλεσμα τη φορολόγηση των ελλήνων πολιτών – με ορισμένες, βέβαια, προνομιούχες εξαιρέσεις – πάνω και πέρα από κάθε φορολογική δυνατότητα. Και όχι μόνο: η ακολουθούμενη φορολογική πολιτική έχει περιθωριοποιήσει άλλες δύο σημαντικές λειτουργίες που οφείλει να υπηρετεί και ιδιαίτερα σε συγκυρίες κρίσης, όπως η σημερινή: την αναπτυξιακή αφενός και την αναδιανεμητική λειτουργία αφετέρου. Οι προτάσεις της ΓΣΕΒΕΕ, όπως η παγίωση ενός σταθερού, δίκαιου και διαφανούς συστήματος φορολογίας, η φορολόγηση των εισοδημάτων ανεξάρτητα από την πηγή σε ενιαία προοδευτική κλίμακα, η ριζική αλλαγή του ΕΝΦΙΑ, η επαναφορά του αφορολόγητου ορίου, το αφορολόγητο αποθεματικό για επανεπένδυση και άλλες, είναι ενταγμένες σε αυτό το πλαίσιο αναμόρφωσης της φορολογικής πολιτικής συνολικά.

[5] Προσαρμογή του ιδιωτικού χρέους τόσο στα μειωμένα εισοδήματα των πολιτών όσο και στις μειωμένες αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Στη συζήτηση που ξεκίνησε και αναβλήθηκε επ’ αόριστον σχετικά με τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια» η ΓΣΕΒΕΕ έθεσε ως πλαίσιο για τη βιωσιμότητα όχι μόνο των δανείων αυτών αλλά και των οφειλών συνολικά την αναπροσαρμογή τους – είτε με μείωση του κεφαλαίου είτε με μείωση των επιτοκίων – τόσο προς τα μειωμένα εισοδήματα των ιδιωτών όσο και με τις μειωμένες αξίες των περιουσιακών τους στοιχείων (αυτό αναφέρεται κυρίως στα στεγαστικά δάνεια και μάλιστα εκείνα που σχετίζονται με την πρώτη κατοικία).

[6] Ενόψει των συστηματικών προσπαθειών για υποβάθμιση του ΟΑΕΕ και τη μετατροπή του σε ένα είδος επαγγελματικού ταμείου απονομής κύριας σύνταξης, η ΓΣΕΒΕΕ εκτός από τις προτάσεις που έχει καταθέσει και αναφέρονται στην αποποινικοποίηση των οφειλών, τη μετατροπή τους σε ασφαλιστικό χρόνο και την ελεύθερη επιλογή ασφαλιστικής κλάσης, θεωρεί ότι η αναμόρφωση του ΟΑΕΕ ως ταμείου απονομής κύριας σύνταξης οφείλει να θεμελιωθεί σε ένα σύστημα ασφαλιστικών εισφορών ανάλογων προς τα έσοδα των επιχειρηματιών και όχι σε ένα αυθαίρετο τεκμήριο όπως αυτό της τριετίας.

Αυτοί οι ενδεικτικοί άξονες δράσης και στρατηγικής της Συνομοσπονδίας καθιστούν σαφές ότι από τεχνικής πλευράς υπάρχει και είναι εφικτή  μια εναλλακτική πρόταση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που όχι μόνο δεν θα περιθωριοποιεί το ρόλο και την παρουσία των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αλλά θα είναι προσανατολισμένη στην ικανοποίηση των αναγκών των λαϊκών στρωμάτων. Ωστόσο, οι δυνατότητες υλοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος είναι συνάρτηση και του λεγόμενου υποκειμενικού παράγοντα, δηλαδή του συσχετισμού δυνάμεων και των συμμαχιών που αναπτύσσονται στην ελληνική κοινωνία.

Γ. Συσχετισμός δυνάμεων – Το ζήτημα των συμμαχιών.

Μία από τις σημαντικότερες αλλά και τις λιγότερο συζητημένες πτυχές της κρίσης είναι και οι επιπτώσεις που έχουν συμβεί στους θεσμούς του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κρίση αλλά κυρίως η πολιτική διαχείρισής της που έχει επιβληθεί, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχει ανοίξει διάπλατα τις πόρτες στον αυταρχισμό με την υπονόμευση βασικών δημοκρατικών θεσμών. Στην περίπτωση του θεσμικού πλαισίου που σχετίζεται με τη δράση της Συνομοσπονδίας, ο αυταρχισμός αυτός έχει αποτυπωθεί σε νομοθετήματα που αναφέρονται στην αποδυνάμωση του κοινωνικού διαλόγου, στην εν τοις πράγμασιν κατάργηση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά και στην κατάργηση της υποχρεωτικότητας ή / και επεκτασιμότητας των συλλογικών συμβάσεων. Αυτή η αυταρχική επιλογή επέφερε σημαντικές ανακατατάξεις στις μέχρι τότε παγιωμένες τακτικές συμμαχίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων καθώς οι τριτοβάθμιες οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών έχουν αρχίσει να λειτουργούν σαν να ήταν «λόμπι» εκπροσώπησης προνομιακών συμφερόντων δίνοντας την εντύπωση ότι η κάθε μία από αυτές λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό της χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα αιτήματα των υπολοίπων. Παράλληλα, η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, στο βαθμό που έχει βάλει στο στόχαστρο τα εισοδήματα των εργαζομένων και των λοιπών λαϊκών στρωμάτων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας επιλέγοντας συγκεκριμένους κλάδους της ελληνικής οικονομίας και κυρίως της μεγάλες ολιγοπωλιακές επιχειρήσεις ως «πρωταθλητές», στην ουσία θέτει σε κίνηση μια αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των κερδών αυτών των επιχειρήσεων. Η πολιτική αυτή έχει ως στόχο να περιθωριοποιήσει τις τριτοβάθμιες εργοδοτικές οργανώσεις, όπως είναι η ΓΣΕΒΕΕ, που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.

Ο αυταρχισμός αυτός έρχεται να «κουμπώσει» και με τις στάσεις και τις διαθέσεις των συναδέλφων που εξαιτίας των προβλημάτων επιβίωσης έχουν περιέλθει σε κατάσταση απόγνωσης και αδιαφορούν ή τείνουν να απομακρύνονται από τα Σωματεία και κατ΄ επέκταση από τη Συνομοσπονδία. Αυτές οι υποκειμενικές στάσεις αντανακλούν τη διαδικασία διάλυσης των κοινωνικών στρωμάτων – της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης – που πάντοτε εκπροσωπούσε η ΓΣΕΒΕΕ. Αυτό είναι το περιβάλλον και η συγκυρία, στο εσωτερικό του οποίου καλείται να δράσει και να αναπτύξει τη δική της στρατηγική η Συνομοσπονδία σε βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα.

Παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα που προβάλλουν και υψώνονται μπροστά μας η ΓΣΕΒΕΕ και τα στελέχη της Διοίκησής της έχουν πυκνώσει τις επαφές με τη βάση είτε σε τοπικό είτε σε κλαδικό επίπεδο κάνοντας σαφείς τόσο τις θέσεις όσο και τα επιμέρους αιτήματά μας  Η Συνομοσπονδία οφείλει πρώτα από κάθε τι να συμπαρασταθεί αρχικά και στη συνέχεια να κινητοποιήσει τα μέλη της. Προς την κατεύθυνση αυτή στόχος μας είναι το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα να ενθαρρύνει τις Ομοσπονδίες με τέτοιο τρόπο ώστε να ενεργοποιήσουν τη δράση των Σωματείων έτσι ώστε όχι μόνο να συγκρατήσουν τις τυχόν «διαρροές» αλλά να προχωρήσουν και στη στρατολόγηση / εγγραφή νέων μελών. Σημαντική, εδώ, θα είναι και η υποστήριξη που μπορούν να προσφέρουν και οι δύο επιστημονικοί και επιχειρησιακοί βραχίονες της Συνομοσπονδίας – το ΙΜΕ και το ΚΕΚ – με τις υπηρεσίες που παρέχουν. Η διεύρυνση της εκπροσώπησης στο πλαίσιο των αξόνων της στρατηγικής της ΓΣΕΒΕΕ είναι ο βασικός και θεμελιώδης στόχος της Συνομοσπονδίας για τα επόμενα έτη. Με μία σημαντική διαφορά αυτή τη φορά: ότι ο δράσεις και οι ενέργειες δεν θα λαμβάνουν υπόψη μόνο τα προβλήματα και τις δυσκολίες αλλά και τους στρατηγικούς άξονες που έχουμε προαναφέρει. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να πείσουμε τους συναδέλφους μας ότι υπάρχει εναλλακτική προοπτική αλλά και ότι χωρίς τη δική τους ενεργό συμμετοχή στα Σωματεία και στις Ομοσπονδίες η στρατηγική αυτή θα παραμείνει νεκρό γράμμα.   

 

sima ime

  

logo kek