Να αποκατασταθούν οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις ζήτησε ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθάς.

«Να αποκατασταθούν οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και να γίνει ουσιαστική επανεκκίνηση του κοινωνικού διαλόγου», ζήτησε ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθάς, με ομιλία του στη διεθνή συνδιάσκεψη στην ΟΚΕ που πραγματοποιήθηκε σήμερα στην Αθήνα με θέμα “Κοινωνικός Διάλογος και Εργασιακές Σχέσεις : Ποιες οι Λύσεις και ποιος ο Ρόλος των Οικονομικών & Κοινωνικών Συμβουλίων και Παρόμοιων Θεσμών σε ένα Μεταβαλλόμενο Παγκόσμιο Περιβάλλον”

Κυρίες και κύριοι,

Χαιρετίζουμε με ιδιαίτερη ικανοποίηση τη σημερινή προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανός ο κοινωνικός διάλογος στην Ελλάδα και να του αναγνωριστεί ο ρόλος και η δυναμική που θα μπορούσε να προσδώσει στην όλη προβληματική για την ανάπτυξη της χώρας.

Μια χώρα που διανύει το τέταρτο έτος μιας πρωτοφανούς και πολυεπίπεδης κρίσης. Μίας κρίσης, πολυδιάστατης, που χαρακτηρίζεται από διαρκή επιδείνωση των συνεπειών σε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού. Ενώ λοιπόν η κρίση αρχικά εκδηλώθηκε ως δημοσιονομική, στην πορεία επηρέασε δραματικά το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τη λειτουργία της αγοράς, βυθίζοντας σε βαθιά ύφεση την πραγματική οικονομία. Η κορύφωση της κρίσης βέβαια ήρθε όταν οι συνέπειές της, και κυρίως η ακολουθούμενη πολιτική απέναντι στην κρίση, άγγιξαν το κοινωνικό ιστό, προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά ανθρωπιστικής κρίσης. 

Η ακολουθούμενη πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την μετακύλιση της κρίσης αφενός στην πραγματική οικονομία και αφετέρου στην κοινωνία και πολύ περισσότερο στις παρυφές αυτής. Η κρίση έπληξε αρχικά τις πλέον ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού και στη συνέχεια του συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Δεν ευθύνεται όμως μόνο η δημοσιονομική κρίση, η κρίση χρέους για αυτό το ντόμινο συνεπειών στην κοινωνία και στην πραγματική οικονομία. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των συνεπειών προκλήθηκε από επιμέρους πολιτικές, που συμπληρώνουν την πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής. Μία τέτοια συμπληρωματική πολιτική ήταν η πολιτική που ακολουθήθηκε απαρέγκλιτα κατά την τελευταία τετραετία στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού διαλόγου.

O κοινωνικός διάλογος ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και αναγνωρισμένο θεσμό διαβούλευσης από τη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις επικυρωμένες από τη χώρα Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο κρίσης σαν αυτή που βιώνουμε, η διεθνής εμπειρία έχει καταδείξει ότι ο κοινωνικός διάλογος μπορεί να συμβάλει στη διατύπωση δημιουργικών και καινοτόμων απαντήσεων και να προωθήσει μια περισσότερο ισόρροπη και χωρίς διακρίσεις ανάκαμψη.

Έχοντας βιώσει όμως την ελληνική πρακτική τα τελευταία 4 χρόνια, θα έλεγα ότι είναι λίγο οξύμωρο να χρησιμοποιούνται στην ίδια πρόταση οι όροι κοινωνικός διάλογος και ανάκαμψη. Βλέπετε η φιλοσοφία της ακολουθούμενης πολιτικής για την αγορά εργασίας ήταν ακριβώς αντίθετη από την αναγκαιότητα ύπαρξης του κοινωνικού διαλόγου. Σε αντίθεση με τη δική μας οπτική, η πολιτική που ακολουθήθηκε την προηγούμενη περίοδο αποσκοπούσε στην αδρανοποίηση του κοινωνικού διαλόγου και στην de facto (ντε φάκτο) κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ως προϋπόθεση ανάπτυξης. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη ο κοινωνικός διάλογος και η ενεργή συμβολή των κοινωνικών εταίρων σε αυτή τη διαδικασία αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο για την απορρύθμιση της αγοράς, τη συρρίκνωση του κόστους εργασίας και εν τέλει τη δημιουργία φθηνού εργατικού δυναμικού. Το φθηνό εργατικό δυναμικό και η απουσία «ενδιάμεσων» συλλογικοτήτων συνιστούν, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, βασικά προαπαιτούμενα διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος  ευνοϊκού για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Στο άλλο άκρο αυτής της προσέγγισης βρίσκονται οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι. Οι κοινωνικοί εταίροι, οι οποίοι υπογράφουν «πεισματικά» την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας κατέβαλλαν διαχρονικά προσπάθειες για την αποτελεσματική λειτουργία του Κοινωνικού Διαλόγου. Οι προσπάθειες αυτές εντατικοποιηθήκαν ιδιαίτερα κατά την κρίσιμη τελευταία τετραετία, όπου διαμορφώθηκε ένα εξαιρετικά δυσχερές τοπίο για τους θεσμούς διαβούλευσης και γενικότερα για τις εργασιακές σχέσεις.   Κατά την ίδια περίοδο,  οι πολλαπλές παρεμβάσεις του κράτους στο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η παρέμβαση στο περιεχόμενο και τον καθολικό χαρακτήρα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η αποδυνάμωση του κλαδικού επιπέδου διαπραγμάτευσης και των θεσμών επέκτασης των αποτελεσμάτων του (επέκταση), αποτελούν απτά παραδείγματα των δραματικών αλλαγών που υπέστη το περιβάλλον του κοινωνικού διαλόγου στην Ελλάδα. Ενδεικτική του ελλείμματος τριμερούς κοινωνικού διαλόγου είναι η κυβερνητική αδιαφορία για το περιεχόμενο της από 3-2-2012 κοινής επιστολής των κοινωνικών εταίρων προς την Κυβέρνηση και τον τότε Πρωθυπουργό.

Σε αυτό το πλαίσιο ο ρόλος των οικονομικών και κοινωνικών συμβουλίων και στη δική μας περίπτωση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της ΟΚΕ, υπήρξε πραγματικά πολύτιμος. Σε αυτήν τη δύσκολη περίοδο για τους κοινωνικούς συνομιλητές, η ΟΚΕ ήταν και παραμένει εκείνος ο θεσμός που μας έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίζουμε να συναντιόμαστε, να συζητάμε, να διαφωνούμε και να συνθέτουμε. Αποτέλεσε εμμέσως ένα διαρκές βήμα διαλόγου μεταξύ των εταίρων, αφαιρώντας παράλληλα και τα όποια άλλοθι σε όσους ήταν λιγότερο πρόθυμοι να συμμετάσχουν. Το ερώτημα βέβαια είναι ίδιο και για την περίπτωση της ΟΚΕ. Σε ποιο βαθμό είναι διατεθειμένη η Πολιτεία να λαμβάνει υπ’ όψιν της το αποτέλεσμα της διαβούλευσης που πραγματοποιείται στην ΟΚΕ; Σε τι βαθμό η θεσμική αναγνώριση που απολαμβάνει η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή μπορεί να μετουσιωθεί σε αντίστοιχο πολιτικό αποτέλεσμα;

 Γιατί για εμάς η αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που έχει πληγεί σοβαρά αλλά και του κύρους του κοινωνικού διαλόγου αποτελεί προτεραιότητα, όχι μόνο για την αποκατάσταση της ομαλότητας στην αγορά εργασίας και την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας, αλλά και γιατί αποτελεί βασική αναπτυξιακή προϋπόθεση. Η κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων που συμπαρέσυρε το γενικό επίπεδο μισθών είχε άμεση επίπτωση στο διαθέσιμο εισόδημα, στην εγχώρια κατανάλωση και εν τέλει στην ενεργό ζήτηση. Συνεπώς, η απαξίωση του κοινωνικού διαλόγου, με την ευθεία παρέμβαση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, και η έμμεση ρύθμιση των μισθών αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό μεταφοράς του μνημονίου στην αγορά εργασίας και κατόπιν στην πραγματική οικονομία.

Η αντιστροφή αυτών των όρων αποτελεί, νομίζω για την πλειοψηφία των κοινωνικών εταίρων, άμεση προτεραιότητα και σε αυτή τη λογική εντάσσεται και σχετική πρωτοβουλία που έχουμε αναλάβει από κοινού με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας για την απενεργοποίηση του κοινωνικού διαλόγου. Η ουσιαστική επανεκκίνηση του κοινωνικού διαλόγου και κυρίως η αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα για τη σταδιακή, – και το τονίζω αυτό –, σταδιακή επαναφορά των μισθών, του διαθέσιμου εισοδήματος, της εγχώριας κατανάλωσης στο επίπεδο που απαιτείται για την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας. Υπό αυτό το πρίσμα, και όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, προφανώς και ο κοινωνικός διάλογος και ο ρόλος που μπορεί να έχει η ΟΚΕ σε αυτόν, συνιστά μεταξύ άλλων δομική προϋπόθεση για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.