Θέσεις ΓΣΕΒΕΕ στην Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής Εμπορίου της Βουλής των Ελλήνων για το Σχέδιο Νόμου : «Κανόνες ρύθμισης της αγοράς προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών»

Το νομοσχέδιο που κατέθεσε το Υπουργείο Ανάπτυξης παρά τη φιλοδοξία του να εκσυγχρονίσει την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, να βελτιώσει το ρυθμιστικό πλαίσιο και να δώσει κίνητρα για την επιχειρηματικότητα, σε μεγάλο βαθμό επισκιάζεται από ρυθμίσεις και διατάξεις που οδηγούν την αγορά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις πιο βαθιά σε έναν νέο οικονομικό μεσαίωνα.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το Υπουργείο αδυνατεί να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και τις δραματικές αλλαγές που έχει κομίσει η μεγάλη ύφεση που πλήττει τη χώρα. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι η ηγεσία του Υπουργείου συνεχίζει να αντιμετωπίζει τους μικρομεσαίους και την ελληνική αγορά σαν βαρίδια που ενοχλούν τον υγιή ανταγωνισμό και το επιχειρείν. Δε θέλουμε να πιστέψουμε ότι αυτή η πολιτική εμμονή είναι κάτι παραπάνω από ιδεοληπτική.

Στην ουσία, όμως, με αυτό το νομοσχέδιο ανοίγεται διάπλατα ο δρόμος για τη μείωση του αριθμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τη συγκέντρωση του τζίρου σε λιγότερους ομίλους μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, για περισσότερη ανεργία πρώην αυτοαπασχολούμενων και επαγγελματιών, για τη μεγαλύτερη  εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές.

Η ΓΣΕΒΕΕ με βάση το σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο, επαναδιατυπώνει  τις θέσεις σχετικά με την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς. Θεωρούμε ότι ακόμη και σήμερα είναι εφικτός ο εκσυγχρονισμός των δομών και των ρυθμίσεων εκεί που στρεβλώνουν την αγορά, χωρίς να είναι αναγκαία η ισοπέδωση και η καταρράκωση της επιχειρηματικότητας μικρής κλίμακας.

Επί των άρθρων,

Σχετικά με τα άρθρα 1-3 που αφορούν το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς και τα άρθρα 7-14 που αφορούν επί μέρους ρυθμίσεις εμπορίας αγαθών, η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ελπίζοντας ότι θα μειώσουν το γραφειοκρατικό βάρος αντί να το εντείνουν.

Στο άρθρο 4, παράγραφος 3 θα πρέπει να καταστεί σαφές ποιες είναι οι περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες ο Υπουργός με τη γνώμη τη Επ. Ανταγωνισμού, θα μπορεί να παρεμβαίνει μέσω διατίμησης στην τιμολόγηση αγαθών και υπηρεσιών. Προβλέπεται να γίνεται αυτό και για τις περιπτώσεις που αφορούν την αγορά πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή βασικών αγαθών/ ή για παραγωγικές διαδικασίες που είναι κρίσιμες για το μέλλον κάποιων κλάδων;

Σχετικά με το άρθρο 15, και την καθιέρωση δύο ακόμη περιόδων εκπτώσεων, η ΓΣΕΒΕΕ δεν εκφράζει αντιρρήσεις στο βαθμό που αυτές οι περίοδοι θα μπορούσαν να είναι καθορισμένες από την τοπική κοινωνία και τα επιμελητήρια  (λχ σε μια μεγάλη τοπική εορτή).

Σχετικά με το άρθρο 16 και το άνοιγμα καταστημάτων τις Κυριακές, η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι η κυβέρνηση και το Υπουργείο εγκληματεί έναντι της αγοράς και του ανταγωνισμού. Ουσιαστικά, όλες οι προηγούμενες ρυθμίσεις αναιρούνται μέσα από αυτή τη διάταξη. Η ΓΣΕΒΕΕ παραπέμπει στο τελευταίο δελτίο τύπου.

Τονίζεται ότι το Υπουργείο έχει παρουσιάσει  στοιχεία μιας ανύπαρκτης μελέτης, που συνηγορούν υπέρ του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι υφίσταται τέτοια έρευνα, η προβλεπόμενη αύξηση της απασχόλησης είναι αμελητέα, ενώ δε λαμβάνονται υπόψη τα αρνητικά αποτελέσματα για κάποιους κλάδους που θα έχουν απώλειες. Η ανυπαρξία μελέτης επιπτώσεων, όπως άλλωστε επιτάσσει και η Ευρ. Επιτροπή, είναι χαρακτηριστική. 

Από νομικής άποψης, δεν τεκμηριώνεται ούτε η εξαίρεση των καταστημάτων άνω των 250 τμ, αλλά ούτε η έννοια της προαιρετικότητας. Επιπλέον, η υποχρέωση της τοπικής αυτοδιοίκησης να διαβουλευτεί και να αποφασίσει μέσα σε 2 μήνες, δημιουργεί προϋποθέσεις κανιβαλισμού του νόμου και δημιουργίας τετελεσμένων πριν από κάθε δυνατότητα συνεργασίας και κοινής πορείας. Ο ρόλος των τοπικών συλλόγων υποβαθμίζεται πλήρως, όπως και η εμβέλειά τους στις τοπικές κοινωνίες τελικά. Άραγε τι εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα ένα τέτοιο σχέδιο;

Ως προς το καθαρά οικονομικό σκέλος, σημειώνουμε επίσης τα εξής

1) Τα βασικά στοιχεία κόστους των επιχειρήσεων δεν έχουν παρουσιάσει μειώσεις (φόροι, πρώτες ύλες, ενέργεια). Η διεύρυνση του ωραρίου θα αυξήσει το κόστος λειτουργίας, έστω οριακά.

2) Η καμπύλη προσφοράς έχει άλλα χαρακτηριστικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και άλλα για τις μεγαλύτερες. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερη δυσκαμψία στη μείωση του κόστους (menucosts προμηθευτών), ενώ οι μεγάλες έχουν κλίμακες από τη διεύρυνση λειτουργίας.

3) Η καμπύλη προσφοράς είναι διαφορετικά διαρθρωμένη ανά κλάδο, δεν είναι ενιαία. Σε μερικές αγορές υπάρχει ολιγοπώληση

4) Η αύξηση της δαπάνης δεν μπορεί να συντελεστεί με την υφιστάμενη πολιτική εσωτερικής υποτίμησης και την περιορισμένη δανειοδότηση. Η ζήτηση συρρικνώνεται λόγω συνεχών εισοδηματικών μειώσεων και φορολογικών επιβαρύνσεων. Η αύξηση του χρόνου για έρευνα αγοράς δε συνεπάγεται αυτόματα και αύξηση της δαπάνης (μπορεί να είναι και μικρότερη η δαπάνη). Πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ έχει καταδείξει ότι το 70% των καταναλωτών αναμένει τις εκπτώσεις για να κάνει αγορές ακόμη και σε βασικά αγαθά.

5) «Η προαιρετικότητα» δε συνεπάγεται ίδιους όρους λειτουργίας. Ακόμη και αν η επιχείρηση απoφασίσει να μη λειτουργεί, έχει αλλάξει η δομή του ανταγωνισμού

6) Δε λαμβάνονται υπόψη ούτε οι μεταβολές στο ΑΕΠ, στον κύκλο εργασιών, αλλά ούτε και στον πληθωρισμό

Αναφορικά με τις κυρώσεις και τα πρόστιμα στην περίπτωση παραβάσεων των κανόνων αγοράς (άρθρα 17-27), η ΓΣΕΒΕΕ είναι υπέρ των αυστηρών ελέγχων, ωστόσο θα πρέπει η εφαρμογή των κανόνων και η ελεγκτική διαδικασία να μην οδηγούν σε επιδείνωση της γραφειοκρατίας και σε κίνητρα συνδιαλλαγής. Οφείλουμε να πούμε, ότι η κατάργηση μηχανισμών όπως η δημοτική αστυνομία και η απαξίωση των δημόσιων φορέων που επιτελούν ελεγκτικό έργο δεν εξυπηρετούν τους στόχους του νομοσχεδίου. 

 Σχετικά με τα υπόλοιπα άρθρα που αφορούν τη λειτουργία των λαϊκών αγορών, τη διακίνηση πετρελαιοειδών (κεφάλαια Β και Γ) θεωρούμε ότι είναι πολύ σημαντική η παρέμβαση και η γνώμη των αντίστοιχων φορέων. Ειδικά για τις λαϊκές αγορές, πρέπει να επισημάνουμε ότι το Υπουργείο ακολουθεί την ίδια παρελκυστική πολιτική στο ζήτημα της λειτουργίας τις Κυριακές, παρά τη διατύπωση ενστάσεων από τους εκπροσώπους στην προηγούμενη επιτροπή εμπορίου που είχε σχολιάσει την εν λόγω ρύθμιση.