Προτάσεις ΓΣΕΒΕΕ για θέματα πολιτικών και προγραμμάτων απασχόλησης

Τα πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού για το διάστημα Αύγουστος 2009 – Αύγουστος 2010 δείχνουν ότι οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 160.402 άτομα (από 9% σε 12,2%). Η αύξηση της ανεργίας είναι ένα σημείο που προκαλεί εύλογη ανησυχία, δεδομένου ότι ο Αύγουστος θεωρείται κατά κανόνα μήνας αύξησης του αριθμού των απασχολουμένων εξαιτίας της εποχικής απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα για το διάστημα Αύγουστος 2009 – Αύγουστος 2010 η απασχόληση μειώθηκε κατά 165.356 άτομα, ενώ σε σχέση με τον Ιούλιο του 2010 η απασχόληση μειώθηκε κατά 40.406 άτομα. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αύξηση της ανεργίας προκαλείται από ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό απωλειών θέσεων απασχόλησης και όχι μόνο από την είσοδο νέων ατόμων στην αγοράς εργασίας.

Αυτή η ανεργία ωστόσο δεν είναι ούτε διαρθρωτική, ούτε προκαλείται από δυσκαμψίες (θεσμικές ή άλλες) της αγοράς εργασίας και σε καμία περίπτωση δεν αρκεί η διασύνδεση (matching) μεταξύ των «διαθέσιμων θέσεων εργασίας» και των ανέργων που αναζητούν εργασία, γιατί απλούστατα αυτές οι θέσεις εργασίας δεν υπάρχουν. Αυτός ο τύπος ανεργίας αναφέρεται σε ανεργία ύφεσης, η οποία πρέπει και μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο με αντικυκλικές πολιτικές, είτε αυτές αναφέρονται στο δημοσιονομικό σκέλος της οικονομικής πολιτικής (π.χ. δημόσιες επενδύσεις), είτε σε ριζικό ανασχεδιασμό της πολιτικής απασχόλησης, καθώς και με πολιτικές που θα ενισχύουν ή τουλάχιστον δεν θα συρρικνώνουν την ενεργό ζήτηση.

Ειδικότερα στο κομμάτι των πολιτικών απασχόλησης χρειάζονται «αμυντικά μέτρα» για την αντιμετώπιση του κύματος ανεργίας που αναμένεται εντονότερο την προσεχή διετία. Σε αυτό το πλαίσιο η έμφαση των προγραμμάτων ενίσχυσης της απασχόλησης πρέπει να δοθεί σε δράσεις διατήρησης θέσεων εργασίας, ώστε να παρεμποδιστεί, όσο το δυνατόν, η διαφαινόμενη αύξηση της ανεργίας. Και σε αυτή την κατεύθυνση τα συγκεκριμένα προγράμματα πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν ελκυστικότερα για τις επιχειρήσεις.

Σε επόμενο στάδιο οφείλει να ακολουθήσει ο σχεδιασμός παρεμβάσεων για την ενίσχυση της απασχόλησης, μέσω δημιουργίας θέσεων εργασίας. Σε αυτήν την περίπτωση απαιτούνται στοχευμένες τοπικές και κλαδικές πρωτοβουλίες σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, οι οποίες ωστόσο θα συνδυάζονται με τις τοπικές και κλαδικές ανάγκες των επιχειρήσεων, ούτως ώστε να δημιουργηθούν κατάλληλες προϋποθέσεις για την απορρόφηση ανέργων.

Παράλληλα, το γενικότερο ζήτημα της σύζευξης των προσφερόμενων με τις ζητούμενες δεξιότητες ανά θέση εργασίας οφείλει να αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής μελέτης και τακτικής ανατροφοδότησης από τους εμπλεκόμενους δημόσιους ερευνητικούς φορείς των αγορών εργασίας. Η ΓΣΕΒΕΕ έχει πολλές φορές επισημάνει την έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων για τη φύση και τα χαρακτηριστικά της ανεργίας σε συνολικό πανελλαδικό και σε τοπικό επίπεδο. Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στο σχεδιασμό αποτελεσματικών και στοχευμένων πολιτικών ενίσχυσης της απασχόλησης, καθώς η ανεπαρκής γνώση του πεδίου παρέμβασης οδηγεί σε αστοχίες σχεδιασμού, σε επιλογή αναποτελεσματικών μεθόδων και εν τέλει σε στρέβλωση του αποτελέσματος. Ως εκ τούτου, η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι υπάρχει άμεση ανάγκη συγκρότησης και ενεργοποίησης ενός μηχανισμού έγκυρης και αξιόπιστης διερεύνησης αναγκών σε δεξιότητες, σε τοπικό και κλαδικό επίπεδο. Η μέχρι σήμερα αδυναμία της ΠΑΕΠ να επιτελέσει έναν τέτοιο ρόλο, επιδεινώνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα έλλειψης στοιχείων. Το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, στο πλαίσιο και της συνεργασίας του με ερευνητικά ινστιτούτα των άλλων κοινωνικών εταίρων, είναι διαθέσιμο για οποιαδήποτε σύμπραξη που θα συμβάλει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανάγκης για έγκυρα και αξιόπιστα ερευνητικά δεδομένα από τις αγορές εργασίας.

Αναφορικά με τα εξαγγελθέντα (εν ενεργεία) προγράμματα του ΟΑΕΔ, εκτιμούμε ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα γνωστοποίησης των εν λόγω πρωτοβουλιών σχετικά με τις δράσεις για την ένταξη των δυνητικά ωφελούμενων ομάδων  του πληθυσμού στην αγορά εργασίας και τη διατήρηση και δημιουργία νέων θέσεων. Τα προγράμματα που εξαγγέλθηκαν τον Οκτώβριο του 2010 δεν έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς και διεισδυτικής πληροφόρησης ούτε προς τους ανέργους, ούτε προς τις επιχειρήσεις. Θεωρούμε απαραίτητες:

  • τις άμεσες και επαναλαμβανόμενες δράσεις πληροφόρησης από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης
  • την έκδοση σχετικών ενημερωτικών εντύπων (σύντομων και γραμμένων σε άμεση και κατανοητή γλώσσα) και
    • τη μαζική διακίνησή τους στις επιχειρήσεις, σε συνεργασία με φορείς που έχουν τακτική ταχυδρομική επικοινωνία με αυτές (πχ ΟΑΕΕ)
    • την εναπόθεση και διακίνησή τους μέσω φορέων και οργανισμών με τους οποίους έχουν τακτική επαφή οι επιχειρήσεις (πχ ΚΕΠ, ΚΠΑ, Επιμελητήρια, Εφορίες, ΙΚΑ, συνδικαλιστικοί φορείς εργοδοτών κλπ)
  • τη μαζική αποστολή πληροφοριακών e-mails και SMS σε επιχειρήσεις εκ μέρους των δομών του ΟΑΕΔ (βλ. ΚΠΑ)

Ταυτόχρονα θεωρούμε ότι υπάρχουν ιδιαίτερες δυσκολίες συμμετοχής των μικρών επιχειρήσεων στα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης, που συνδέονται με τις διαδικασίες υποβολής αίτησης ένταξης. Η ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο πρόγραμμα είναι αναμφισβήτητα ένα ουσιαστικό βήμα καταπολέμησης της γραφειοκρατίας, ωστόσο θα έπρεπε να παρέχεται ως δυνατότητα και να μην επιβάλλεται ως υποχρέωση. Ειδικότερα στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις ο αριθμός των επαγγελματιών που δεν είναι εξοικειωμένοι με τέτοιες μορφές ηλεκτρονικής επικοινωνίας δεν είναι αμελητέος και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σημαντικός θα ήταν στο σημείο αυτό ο ρόλος των ΚΠΑ και των κατά τόπους εργασιακών συμβούλων. Συγκεκριμένα, θα ήταν χρήσιμο, ο επιχειρηματίας  της μικρής και πολύ μικρής επιχείρησης, εάν δεν μπορεί να διεκπεραιώσει μόνος του τη διαδικασία, να πηγαίνει στο ΚΠΑ και να διευκολύνεται από το εξειδικευμένο προσωπικό στην υποβολή της αίτησης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, και αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού που έχει καταβάλει ο ΟΑΕΔ το τελευταίο χρονικό διάστημα, κρίνεται επιτακτική η αναπροσαρμογή της φιλοσοφίας του, δίνοντας έμφαση στην εξωστρέφεια του οργανισμού. Ο ΟΑΕΔ πρέπει «να πάει στις επιχειρήσεις» και όχι να περιμένει οι επιχειρήσεις να πάνε σε αυτόν. Η επαφή του με τις τοπικές επιχειρήσεις, μέσω εξειδικευμένων στελεχών και με δική του πρωτοβουλία, με τακτικές επισκέψεις και δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας, αποτελούν βασική προϋπόθεση. Είναι σαφές ότι ο ΟΑΕΔ αντιμετωπίζει έλλειμμα εμπιστοσύνης από την πλευρά των επιχειρήσεων, καθώς ο επιχειρηματίας δεν πιστεύει, ότι ο ΟΑΕΔ έχει τη δυνατότητα ή τη βούληση να ικανοποιήσει με αποτελεσματικότητα και αμεσότητα τις ανάγκες του για ανεύρεση κατάλληλου εργατικού δυναμικού, για κατάρτιση – επανακατάρτιση των εργαζομένων του ή για αξιοποίηση προγραμμάτων απασχόλησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (Ιούλιος 2009), μόλις το 12,9% των μικρών επιχειρήσεων που αναζητούν προσωπικό απευθύνονται στον ΟΑΕΔ, με το υπόλοιπο 87,1% να χρησιμοποιεί άλλους τρόπους.

Ο ΟΑΕΔ οφείλει να προσεγγίσει τις επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενος σε τοπικό επίπεδο και εγκαταλείποντας τις συγκεντρωτικές δομές και πρακτικές. Πρέπει να στηριχθεί στη δράση μιας νέας γενιάς στελεχών, που θα επισκέπτονται τακτικά τις τοπικές επιχειρήσεις, θα συζητούν με τους επιχειρηματίες, θα κατανοούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ως προς τη διαχείριση του εργατικού δυναμικού και θα προσπαθούν να τους εξυπηρετήσουν. Με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ο ΟΑΕΔ θα μπορέσει να καταγράψει τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων σε νέες θέσεις εργασίας, τις ανάγκες κατάρτισης, αλλά και να εντοπίσει επιχειρηματικά κενά, που θα μπορέσει να αξιοποιήσει στα προγράμματα νέων ελεύθερων επαγγελματιών. Με αυτόν τον τρόπο τα προγράμματα απασχόλησης (νέων θέσεων και νέων επιχειρηματιών), τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας και τα προγράμματα κατάρτισης θα αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο και θα σταματήσει η ατελέσφορη δαπάνη τεράστιων ποσών σε αμφίβολης αποτελεσματικότητας δράσεις. Παράλληλα -και προς την ίδια κατεύθυνση- κρίνεται απολύτως αναγκαίο να υλοποιηθεί νομοθετική ρύθμιση, η οποία, διασφαλίζοντας ότι θα ακολουθηθεί η λιγότερο γραφειοκρατική διαδικασία, θα προβλέπει διαδικασίες ενημέρωσης του ΟΑΕΔ για οποιαδήποτε θέση εργασίας επιζητά να καλύψει η επιχείρηση.

Είναι επίσης αυτονόητο, ότι τα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης, που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, δεν είναι δυνατό να προκηρύσσονται ερήμην των εκροών της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης. Για παράδειγμα, είναι ανορθολογικό να περιμένουμε από επιχειρήσεις του κλάδου επισκευής αυτοκινήτου ενός νομού να «απορροφήσουν» νέους εργαζόμενους με το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, όταν στην περιοχή δεν λειτουργεί ούτε μία συναφής επαγγελματική σχολή σε οποιαδήποτε βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος. Μία λύση, κατά τον ανασχεδιασμό του προγράμματος, θα ήταν η συνεργασία με τοπικές ή κλαδικές ομοσπονδίες επαγγελματιών, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διερεύνηση και καταγραφή των αναγκών της τοπικής/κλαδικής αγοράς εργασίας. Αυτή η συνεργασία θα μπορούσε, επίσης, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε σύναψη προγραμματικών συμφωνιών μεταξύ του ΟΑΕΔ και της εκάστοτε ομοσπονδίας για την απορρόφηση συγκεκριμένου αριθμού ωφελούμενων άνεργων νέων. Η πρακτική αυτή θεωρείται από την ΓΣΕΒΕΕ κατάλληλη και για την ανεύρεση θέσεων απασχόλησης, αλλά και για την εξασφάλιση θέσεων πρακτικής άσκησης για τους σπουδαστές των σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ.

Ένα άλλο ζήτημα για το οποίο πρέπει να υπάρξει άμεση ανταπόκριση από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης σχετίζεται με τη δυνατότητα αξιοποίησης των προγραμμάτων ενίσχυσης της απασχόλησης για την ένταξη στο σύστημα των τυπικών εργασιακών σχέσεων των λεγόμενων συνβοηθούντων μελών της μικρής επιχείρησης. Σε πολλές περιπτώσεις τα συνβοηθούντα μέλη (συνήθως συγγενείς α΄ βαθμού του επιχειρηματία) αποτελούν βασικό ανθρώπινο δυναμικό της πολύ μικρής επιχείρησης, κινούμενα μεταξύ της ουσιαστικής, θεμιτής και σύννομης προσφοράς τους στην οικογενειακή επιχείρηση και μίας άτυπης μορφής εργασίας. Η ενσωμάτωση αυτής της κατηγορίας «εργαζομένων» στο πλαίσιο των τυπικών εργασιακών σχέσεων, καταρχήν μέσω της δυνατότητας ένταξης τους σε προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης, μπορεί να δώσει την αναγκαία ώθηση στην επιχείρηση, προκειμένου να συστηματοποιήσει αυτή τη σχέση εργασίας, παρέχοντας της μία ουσιαστική ενίσχυση. Επιπρόσθετα, η ένταξη των συνβοηθούντων μελών στο πλαίσιο των τυπικών εργασιακών σχέσεων μπορεί να προσφέρει σημαντική οικονομική βοήθεια στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Τόσο το τρέχον πρόγραμμα της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, όσο και το εξαγγελθέν πρόγραμμα ενίσχυσης της γυναικείας απασχόλησης θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ενσωμάτωση στην τυπική αγορά εργασίας τέκνων και συζύγων. Ως εκ τούτου θεωρείται απαραίτητη η απαλοιφή των αντίστοιχων εξαιρέσεων από τα σχετικά προγράμματα.

Σημαντική βοήθεια στην προσπάθεια ανάσχεσης της καλπάζουσας ανεργίας μπορεί να προσφέρει και το πρόγραμμα των νέων ελεύθερων επαγγελματιών. Τα προηγούμενα χρόνια τα προκηρυσσόμενα προγράμματα νέων ελεύθερων επαγγελματιών πετύχαιναν υψηλό βαθμό απορροφητικότητας των διατιθέμενων κονδυλίων, χωρίς ωστόσο να είμαστε (πολιτεία και κοινωνικοί εταίροι) σήμερα σε θέση να αξιολογήσουμε τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που επιδοτήθηκαν, πρόβλεψη που είναι αναγκαίο να ενσωματωθεί στην προκήρυξη του επόμενου σχετικού προγράμματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, τα προγράμματα αυτά συγκέντρωναν την προτίμηση σημαντικού αριθμού ανέργων και σε γενικές γραμμές έχουν να επιδείξουν υψηλό βαθμό απορροφητικότητας. Επομένως, εάν με ανάλογη αύξηση του ποσού επιδότησης θεσπιζόταν η υποχρέωση του νέου ελεύθερου επαγγελματία για απασχόληση ενός τουλάχιστον εργαζόμενου ή μαθητευόμενου, οι πιθανότητες κάλυψης των προβλεπόμενων θέσεων στα προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και νέων θέσεων εργασίας θα μπορούσαν να αυξηθούν.

Στη σημερινή συγκυρία και με δεδομένα αφενός την επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας και αφετέρου το αβέβαιο μακροοικονομικό περιβάλλον, η επιτυχία απορρόφησης των υλοποιούμενων και εξαγγελθέντων προγραμμάτων μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική τόσο για το παρόν και το μέλλον των ανέργων, όσο και των επιχειρήσεων. Άλλωστε, η διαρκής επιδείνωση της κατάστασης των επιχειρήσεων τους τελευταίους μήνες (κατά τη διάρκεια της ύφεσης) και η μελλοντική οικονομική αβεβαιότητα συν-ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την απροθυμία αξιοποίησης των σχετικών προγραμμάτων. Η πολύμηνη π.χ. υποχρέωση διατήρησης των επιδοτούμενων εργαζόμενων συνιστά ανασταλτικό παράγοντα για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, καθώς, τουλάχιστον για τη σημερινή συγκυρία, η επιχείρηση δεν έχει τη δυνατότητα να δεσμευθεί ότι θα διατηρήσει τις θέσεις εργασίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα (πχ περισσότερο από 3 μήνες) μετά τη λήξη της επιδότησης. Επιπλέον, ο αριθμός των επιδοτούμενων θέσεων εργασίας προτείνεται να αποτελέσει αντιστρόφως ανάλογο κλάσμα του συνολικού αριθμού απασχολούμενων στην επιχείρηση. Όσο δηλαδή μικρότερη είναι η επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερο να είναι το ποσοστό των θέσεων εργασίας για τις οποίες θα μπορεί να επιδοτηθεί, «επιβραβεύοντας» με αυτόν τον τρόπο την εξ ορισμού μικρότερη ελαστικότητα στη μεταβολή των θέσεων εργασίας που επιδεικνύουν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Σε επόμενη φάση θα ήταν σκόπιμο να εξετασθεί η δυνατότητα «χαλάρωσης» ορισμένων όρων αποκλεισμού επιχειρήσεων, όπως π.χ. η απώλεια θέσεων εργασίας τους τελευταίους μήνες πριν την αίτηση ένταξης στο πρόγραμμα, η οποία θα μπορούσε να μην υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο ποσοστό του συνολικού αριθμού απασχολουμένων της επιχείρησης, συναρτήσει και του μεγέθους της. Μία άλλη κατηγορία εξαιρέσεων που επηρεάζει σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων σχετίζεται με το είδος της δραστηριότητάς τους, εξαιρώντας π.χ. σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων του επισιτισμού, καθώς και η εξαίρεση των επιχειρήσεων που απασχολούν προσωπικό  μεταξύ 22:00 μ.μ. και 6:00 π.μ, στις οποίες η απασχόληση πραγματοποιείται και κατά τις νυχτερινές ώρες, όπως π.χ. απασχολούμενοι σε εστιατόρια, αρτοποιεία κ.λ.π.

Τέλος, επιθυμούμε να σημειώσουμε ότι η ΓΣΕΒΕΕ και το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ήδη λαμβάνουν πρωτοβουλίες ενημέρωσης των επιχειρήσεων για τα διαθέσιμα προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να εξετάσουμε σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας και πιθανόν σε σύμπραξη και με άλλους κοινωνικούς εταίρους την περαιτέρω ενεργή συμμετοχή σε ενέργειες διάδοσης και υποστήριξης τέτοιων πρωτοβουλιών, ξεκινώντας από τις αναγκαίες άμεσες δράσεις σχεδιασμού, οργάνωσης και ενεργοποίησης ενός δικτύου διερεύνησης των αναγκών των αγορών εργασίας σε επαγγελματικές δεξιότητες.

 

sima ime

  

logo kek