Θέσεις της ΓΣΕΒΕΕ για τα Επιμελητήρια

Ομιλία του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά, σε ημερίδα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών την Τετάρτη 27/08/2014 με θέμα " Η βιωσιμότητα των Επιμελητηρίων"

Στο πλαίσιο των μνημονιακών της υποχρεώσεων - και εδώ μπαίνει ένα μεγάλο ερωτηματικό αν ήταν πράγματι μνημονιακή υποχρέωση - η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή της να καταργήσει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της εγγραφής των επιχειρήσεων στα οικεία Επιμελητήρια. Η εκδήλωση της πρόθεσης αυτής είναι αποτυπωμένη στο άρθρο 6, παράγραφος 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 12ης Δεκεμβρίου 2013, όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο 48 του Νόμου 4111 / 13. Αυτή η θεσμική πρωτοβουλία εκ μέρους της κυβέρνησης δηλώνει αφενός την πλημμελή γνώση του θεσμού των επιμελητηρίων και αφετέρου μία κοντόφθαλμη ιδεολογική εμμονή σε πολιτικές απορύθμισης της ίδιας της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Εάν το επιχείρημα υπέρ της άρσης της υποχρεωτικής εγγραφής των επιχειρήσεων στα οικεία επιμελητήρια θεμελιώνεται με αναφορά στη μείωση του κόστους (διοικητικού?) που επωμίζονται οι επιχειρήσεις κατ’ έτος, εξαιτίας αυτής της υποχρεωτικής εγγραφής, τότε το επιχείρημα αυτό εμφανίζεται όπως είναι: δηλαδή, εξαιρετικά αδύναμο. Και τούτο επειδή μέχρι σήμερα η κυβερνητική πολιτική ελάχιστα πράγματα έχει θεσμοθετήσει και υλοποιήσει προκειμένου να μειώσει το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα το ενεργειακό κόστος, την υπερφορολόγηση, το κόστος χρήματος, κ.ό.κ. Κατά την άποψή μας, η άρση της υποχρεωτικής εγγραφής των επιχειρήσεων στα οικεία επιμελητήρια όχι μόνο δεν διευκολύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά αντίθετα, θέτει μια σειρά από εμπόδια. Και τούτο, επειδή δεν υπάρχει πρόνοια για την κάλυψη του θεσμικού και ιδιαίτερα του ρυθμιστικού κενού που με μαθηματική ακρίβεια θα προκύψει.

   Η εισαγωγή του θεσμού των επιμελητηρίων στην Ελλάδα και μάλιστα υπό τη νομική προσωπικότητα των ΝΠΔΔ αποτελεί δάνειο από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, στις οποίες τα επιμελητήρια θεσμοθετήθηκαν προκειμένου να λειτουργήσουν ως επίσημοι σύμβουλοι των κυβερνήσεων σε ζητήματα που αναφέρονται στη λειτουργία των επιχειρήσεων-μελών τους. Επομένως, τα επιμελητήρια δεν είναι συνδικαλιστικές οργανώσεις των επιχειρηματιών αλλά σύμβουλοι των κυβερνήσεων. Η λειτουργία τους δεν σχετίζεται ούτε ισοδυναμεί με την εκπροσώπηση επιχειρηματικών συμφερόντων αλλά με την παροχή των πρόσφορων πληροφοριών στις κυβερνήσεις καθώς και με την παροχή συναφών υπηρεσιών στις επιχειρήσεις-μέλη τους. Τα επιμελητήρια, από την ίδια τη σύστασή τους, είναι φορείς μιας δημόσιας ρυθμιστικής λειτουργίας. Από αυτόν ακριβώς το δημόσιο χαρακτήρα αυτής της λειτουργίας συνάγεται και η υποχρεωτικότητα της εγγραφής των επιχειρήσεων, αφού μέσω αυτής της εγγραφής οι επιχειρήσεις αναγνωρίζονται από την Πολιτεία ως επιχειρήσεις νόμιμες και όχι πειρατικές. Επομένως, η άρση αυτής της υποχρεωτικότητας ισοδυναμεί με εκχώρηση – σε ποιους άραγε; - μιας ακόμα δημόσιας λειτουργίας. Έναντι αυτής της διττής λειτουργίας θεσμοθετήθηκε και έχει επί μακρόν παγιωθεί η υποχρεωτική εγγραφή των επιχειρήσεων με την καταβολή ετήσιου – και εν πολλοίς ανταποδοτικού - τέλους εγγραφής.

   Στη σημερινή συγκυρία κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια πολιτική, αρχικά διαχείρισης και κατόπιν εξόδου από την κρίση η αναβάθμιση του ρόλου που καλούνται να διαδραματίσουν τα επιμελητήρια πρέπει να έχει ως πεδίο αναφοράς αυτή τη διττή δημόσια λειτουργία που από τη σύστασή τους καλούνται να επιτελέσουν. Πρώτον ως επίσημοι σύμβουλοι της κυβέρνησης και γενικότερα της Πολιτείας και δεύτερον ως φορείς παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις-μέλη τους.

   Ξεκινώντας από την πτυχή της λειτουργίας των επιμελητηρίων ως θεσμοθετημένων συμβούλων της κυβέρνησης, θεωρούμε ότι τα επιμελητήρια με βάση την πληροφόρηση που συλλέγουν μπορούν να προσφέρουν την απαραίτητη γνώση στην κυβέρνηση σχετικά με τα επιμέρους πεδία παρέμβασης της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό που χρειάζεται είναι η συστηματοποίηση των δεδομένων που είναι καταγεγραμμένα στα Μητρώα αλλά και με την ενσωμάτωση των υπηρεσιών του Γ.Ε.ΜΗ. σε αυτά τα Μητρώα. Αυτή η αναβάθμιση αποκτά επείγοντα χαρακτήρα δεδομένου ότι σήμερα δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσες επιχειρήσεις λειτουργούν στην Ελλάδα. Επίσης, δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα σχετικά με τη διάρθρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Γνώσεις που είναι απαραίτητες τόσο για το σχεδιασμό ενός ρυθμιστικού πλαισίου όσο και για την υλοποίηση της οικονομικής πολιτικής εν γένει. Αντίθετα, αυτή τη στιγμή από τα Επιμελητήρια γνωρίζουμε όχι μόνο τις ροές των επιχειρήσεων – ανοίγματα και κλεισίματα – αλλά και πληροφορίες σχετικά με το τι είδους επιχειρήσεις ανοίγουν και τι είδους επιχειρήσεις κλείνουν (κλάδος οικονομικής δραστηριότητας, νομική μορφή, επίπεδο / μέγεθος απασχόλησης, κλπ.). Η πληροφόρηση αυτή πρέπει να συστηματοποιηθεί και να αξιοποιηθεί με τον πλέον πρόσφορο τρόπο.

   Εκτός, όμως, από σύμβουλοι της κυβέρνησης, τα επιμελητήρια κατά την άσκηση της δημόσιας λειτουργίας τους καλούνται να παρέχουν χρήσιμες και συχνά καίριας σημασίας υπηρεσίες στις επιχειρήσεις-μέλη τους. Με άλλα λόγια, είναι ή οφείλουν να είναι και αξιόπιστοι σύμβουλοι και αρωγοί για τις επιχειρήσεις που είναι μέλη τους. Και στο σημείο αυτό αναδεικνύεται με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό η ανταποδοτικότητα των τελών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις στα επιμελητήρια. Από θεσμική άποψη, η αναβάθμιση αυτής της λειτουργίας των επιμελητηρίων μπορεί να συμβάλει στην αποσυγκέντρωση ως προς τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και κατ’ επέκταση σε μείωση του κόστους κατά την παροχή των υπηρεσιών αυτών. Η μείωση αυτού του κόστους είναι ήδη εμφανής με τη θεσμοθέτηση της Υπηρεσίας Μιας Στάσης για την ίδρυση μιας επιχείρησης. Μπορεί, μάλιστα, αυτό το κόστος να μειωθεί ακόμα περισσότερο με τη θεσμοθέτηση εντός του πλαισίου των επιμελητηρίων Κέντρων Εξυπηρέτησης Επιχειρήσεων παρέχοντας ολοκληρωμένες υπηρεσίες κατά το πρότυπο των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών [ΚΕΠ].   Τέλος, τα επιμελητήρια μπορούν να προχωρήσουν στη διαμόρφωση υποδομών για την επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα θερμοκοιτίδες νεοφυών επιχειρήσεων, συστάδες επιχειρηματικής δραστηριότητας, συνεργασίες με ερευνητικά κέντρα, κλπ., συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη δύσκολη αναπτυξιακή πορεία της πατρίδας μας.  Άλλωστε στην μετά κρίση εποχή ποιος άλλος φορέας μπορεί να υλοποιήσει η να συμβάλλει ουσιαστικά στην υλοποίηση του εθνικού  στρατηγικού  σχεδίου  για την ανάπτυξη; όταν αυτό υπάρξει.

   Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και προβληματισμούς καλούμε την κυβέρνηση να αναθεωρήσει το θεσμικό πλαίσιο που κύρωσε το κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Κατά την άποψη της ΓΣΕΒΕΕ είναι ανάγκη να αναληφθεί μία πρωτοβουλία σε συνεργασία και σε διάλογο με τα επιμελητήρια για ένα νέο και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο με στόχο τόσο τον εξορθολογισμό όσο και την αναβάθμιση του ρόλου των επιμελητηρίων. Και τούτο χωρίς να παραβλέπεται ο δημόσιος χαρακτήρας της λειτουργίας των επιμελητηρίων και ακόμα περισσότερο χωρίς να παραβλέπεται τόσο η ρυθμιστική τους λειτουργία όσο και τα καθήκοντα που καλούνται να αναλάβουν στην οικοδόμηση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου.

  

 

sima ime

  

logo kek