Συμμετοχή της ΓΣΕΒΕΕ στο Υψηλού Επιπέδου Συνέδριο της ΕΟΚΕ και του ILO με θέμα «Το μέλλον της Εργασίας που θέλουμε – The future of work we want»

Πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 15-16 Νοεμβρίου, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας συνέδριο υψηλού επιπέδου, με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών και εθνικών κοινωνικών εταίρων, ευρωπαϊκών οργανισμών, ινστιτούτων και πανεπιστημίων και ειδικών ερευνητών- εμπειρογνωμόνων με θέμα «Το μέλλον της Εργασίας που θέλουμε». Τις εργασίες του συνεδρίου χαιρέτισαν ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, κ. Γιώργος Ντάσης, ο Γεν. Διευθυντής του ILO Guy Ryder καθώς και η Επίτροπος Απασχόλησης κα Marianne Thyssen (ακολουθήστε το σύνδεσμο για αναλυτικές πληροφορίες, http://www.eesc.europa.eu/?i=portal.en.events-and-activities-eesc-ilo).

Σκοπός του συνεδρίου ήταν η ανάδειξη και εξέταση σύγχρονων πτυχών της αγοράς εργασίας (τεχνολογία, ψηφιακή αλλαγή, αυτοματοποίηση), η διαβούλευση μεταξύ κοινωνικών εταίρων για τις μελλοντική μορφή και περιεχόμενο της εργασίας (άτυπες μορφές, οικονομία διαμοιρασμού), καθώς και η διερεύνηση και αξιολόγηση των  πολιτικών και των θεσμικών παρεμβάσεων (απελευθέρωση αγοράς εργασίας, συλλογικών διαπραγματεύσεων, κατώτατος μισθός) που επιχειρήθηκαν ή προγραμματίζονται να εφαρμοστούν σε διαφορετικές χώρες. Ειδική αναφορά έγινε στην αξιολόγηση των πολιτικών ενσωμάτωσης των μεταναστών, των προσφύγων και των ευπαθών ομάδων (γυναίκες, μειονότητες, κοινωνικά αποκλεισμένοι, άτομα με αναπηρίες).

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έρχεται στο προσκήνιο έπειτα από μια περίοδο σημαντικών αλλαγών που αφορούν στον πυρήνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου, αλλά και του έντονου σκεπτικισμού που έχει προκύψει σχετικά με την αποδοτικότητα των θεσμικών και τεχνολογικών αλλαγών στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα όσον αναφορά τις επιδράσεις του αρρύθμιστου πεδίου των ηλεκτρονικών αγορών, τις παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν για την βελτίωση της επονομαζόμενης κινητικότητας εργασίας, της παραγωγικότητας, του στόχου της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, της ποιότητας της εργασίας. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν καταδεικνύουν ότι υφίστανται σήμερα σημαντικοί κίνδυνοι για την κοινωνική συνοχή και την παραγωγική διάρθρωση από την χρήση εκτεταμένων μη συμβατικών μορφών εργασίας (non standard forms) και τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες συναλλαγών, οι οποίες ενώ φαινομενικά μειώνουν το αρχικό κόστος, σε συνδυασμό με τις εφαρμοσμένες καθολικές πολιτικές λιτότητας, τελικά επιβάλλουν δυσανάλογες επιβαρύνσεις στο επίπεδο της ποιότητας αγαθών και υπηρεσιών, στη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών, στην εισοδηματική ανισότητα, το επίπεδο επενδεδυμένων κεφαλαίων και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων εν γένει.  Παράλληλα, δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες και αντικίνητρα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο υψηλά ειδικευόμενο προσωπικό για νέες επενδύσεις και βελτίωση του επιπέδου κατάρτισης και γνώσης.

Οι εκπρόσωποι των κοινωνικών φορέων και οι ερευνητές, παρά το γεγονός ότι προέρχονταν από διαφορετικά ρεύματα θεωρητικής σκέψης και συνδικαλιστικής δράσης, κατέθεσαν από κοινού τους προβληματισμούς για τις σημαντικές αρνητικές συνέπειες που προέκυψαν από τη βίαιη και εφαρμογή πλημμελή απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, του εμπορίου και υπηρεσιών, ενώ στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε το δόγμα της διαρκούς πολιτικής λιτότητας, το οποίο είχε μέχρι σήμερα σημαντικές επιδράσεις στο επίπεδο της κοινωνικής προστασίας και της παραγωγικής συγκρότησης.

Η ΓΣΕΒΕΕ, η πολυπληθέστερη συνδικαλιστική οργάνωση εργοδοτών της χώρας, εκπροσωπήθηκε σε ανώτατο επίπεδο από τον Πρόεδρο κ. Γιώργο Καββαθά. Ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ δήλωσε μετά το τέλος του Συνεδρίου:

«Υπό το πρίσμα της επικείμενης διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι τα συμπεράσματα των εργασιών του συνεδρίου θα πρέπει να αποτιμηθούν και να αξιοποιηθούν από τους διεθνείς θεσμούς και την ελληνική κυβέρνηση.

Η ΓΣΕΒΕΕ διαπιστώνει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι κοινωνικοί εταίροι έχουν αναγνωρίσει τις σύγχρονες προκλήσεις και έχουν αντιληφθεί τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν μέσα από ένα μίγμα αποδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας, υποβάθμισης του στόχου της πλήρους απασχόλησης και του κοινωνικού κράτους (εκφρασμένα με μειώσεις δαπανών κοινωνικής προστασίας και χαμηλότερο επίπεδο κοινωνικής ασφάλισης). Ο διάλογος στις ευρωπαϊκές δομές εκτυλίσσεται πάνω σε μια σαφή προοδευτική βάση, με παραγωγικό προσανατολισμό, που δίνει την πρώτη ύλη προβληματισμού και τα πραγματικά δεδομένα στα όργανα λήψης αποφάσεων ώστε να προβούν στις απαραίτητες παρεμβάσεις. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των εύλογων αιτημάτων της ακαδημαϊκής κοινότητας, των κοινωνικών φορέων και των διεθνών παρατηρητών και των κέντρων λήψης αποφάσεων παραμένει μεγάλη.  Στην περίπτωση της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο κατά πόσο οι συγκεκριμένες ώριμες θεωρήσεις και προτάσεις πολιτικής μπορούν να αντικαταστήσουν αυτό που συντελείται,  ένα «επιθετικό μίγμα πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, που ξεκινά από το ουσιαστικό πάγωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την απελευθέρωση απολύσεων και εκτείνεται ως την προτεινόμενη θεσμοθέτηση ενός υπο-κατώτατου μισθού και ακόμη πιο μειωμένου αφορολόγητου. Και όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις πρόσφατες επίσημες στατιστικές, που επιβεβαιώνουν τα πορίσματα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, διευρύνεται ο αριθμός των εργαζόμενων που απασχολούνται με ευέλικτες μορφές εργασίας (πάνω από το 60% των νέων θέσεων εργασίας είναι μερικής/ εκ περιτροπής), ενώ το κατώφλι της σχετικής φτώχειας και το δίχτυ κοινωνικής προστασίας μειώνεται έτι περαιτέρω (το κατώφλι φτώχειας από τις 7178€ το 2010, κατέρρευσε στις 4512€ το 2015, καταδεικνύοντας τη δραματική πτώση των εισοδημάτων.)

Η πορεία των οικονομικών και κοινωνικών μεγεθών δείχνει ότι είναι επιτακτικός ο αναπροσανατολισμός της οικονομικής πολιτικής προς μια κατεύθυνση φιλικότερη για τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, την έρευνα, την καινοτομία, την παραγωγική και ειδικευμένη εργασία και την αξιοποίηση και ενσωμάτωση της τεχνολογικής αλλαγής προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας και των τοπικών οικονομιών. Σε αυτό συμφωνεί σχεδόν το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών και οργανώσεων, και προκαλεί απορία ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται στο εσωτερικό της χώρας για  άλλη μια φορά οι απαιτήσεις των θεσμών καθώς και η συνολική ατζέντα οικονομικής πολιτικής. Στην επικείμενη διαπραγμάτευση για τη δεύτερη αξιολόγηση, η κυβέρνηση έχει καθήκον να λάβει υπόψη αυτά τα δίκαια και καθολικά πλέον αιτήματα της καλύτερης και αποτελεσματικότερης οργάνωσης της αγοράς εργασίας, της ενδυνάμωσης των θεσμών και των εργαλείων διαπραγμάτευσης και της απόκρισης έναντι νέων κινδύνων και προκλήσεων, που δημιουργούν αβεβαιότητες και υποβαθμίζουν τις προοπτικές βιώσιμης ανάκαμψης».