Επιστολή ΓΣΕΒΕΕ στον Πρωθυπουργό σχετικά με τις πληροφορίες για εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ.

Επιστολή προς τον Πρωθυπουργό, κ. Αλέξη Τσίπρα, τον Υπουργό Οικονομικών, κ. Γιάνη Βαρουφάκη και τον Αν. Υπουργό Εξωτερικών, κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος απέστειλε η ΓΣΕΒΕΕ σχετικά με τις πληροφορίες για εφαρμογή ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ.

Στην επιστολή τονίζεται ότι οι κατηγορίες που βρίσκονται στη χαμηλή κλίμακα συνδέονται κατά τεκμήριο με την εγχώρια παραγωγή και τον αγροδιατροφικό κλάδο (στον οποίο καταγράφεται το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας) και η μετάταξη στον υψηλό συντελεστή θα οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας.

 «Οι επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης και τουρισμού, υπογραμμίζεται στην επιστολή της ΓΣΕΒΕΕ, θα κληθούν να ανταποκριθούν σε υψηλότερα βάρη καταλογισμού ΦΠΑ (από το 6,5% στο 10% και από 13% στο 18% αντίστοιχα) σε μια περίοδο που συνδέεται με την ανάγκη να κερδηθεί η μεγάλη μάχη για τον τουρισμό και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τουριστικής επιχείρησης εν γένει. Είναι σαφές  ότι η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ σε δύο δυναμικούς εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας εις βάρος του ΑΕΠ. Από την άλλη, η μείωση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ θα ευνοήσει τις μεγάλες εισαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς και την υποκατάσταση κατανάλωσης εγχώριων με εισαγόμενα προϊόντα.»

Στην επιστολή προστίθεται ακόμη ότι «η νέα μεταβολή του ΦΠΑ θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις (που δραστηριοποιούνται σε κλάδους που εφαρμόζεται χαμηλός συντελεστής), χωρίς μάλιστα να υφίσταται καμιά ελάφρυνση από τις υπόλοιπες κατηγορίες φορολογικών βαρών που έχουν επιβληθεί τα προηγούμενα χρόνια.»

Ακόμη η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι «η εφαρμογή ενός ενιαίου συντελεστή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συρρίκνωση το ελληνικό εγχώριο προϊόν, ενώ τα φορολογικά έσοδα θα είναι τελικά χαμηλότερα του προσδοκώμενων. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο στην εφαρμογή του αυξημένου ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης, όσο και στη μετάταξη συντελεστή ΦΠΑ στον κλάδο εστίασης από το 13% στο 23% (όταν επιχειρήθηκε με το Ν 4172/2013), τα φορολογικά αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά.

Από τα προϋπολογισθέντα 800 εκ. λόγω της αύξησης του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση, το κράτος έβαλε στα ταμεία του 160 εκ., χωρίς να εκτιμούμε τις απώλειες από το φόρο εισοδήματος και τα φαινόμενα υποκατάστασης της κατανάλωσης.»

Ολόκληρη η επιστολή της ΓΣΕΒΕΕ έχει ως εξής:

« κ. Πρωθυπουργέ,

Σύμφωνα με πληροφορίες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, θεωρείται πολύ πιθανό ότι θα υιοθετηθεί το σενάριο εφαρμογής ενός ενιαίου συντελεστή ΦΠΑ 18-19% σε όλες τις κατηγορίες των αγαθών. Τούτο συνεπάγεται μια αύξηση στους συντελεστές ΦΠΑ  για τα αγαθά ευρείας κατανάλωσης,  και μια παράλληλη μείωση από 23% στο 18% στις κατηγορίες των άλλων αγαθών. Στη βάση του παραπάνω σεναρίου, η ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει τα εξής:

  1. Αν λάβουμε υπόψη ότι οι κατηγορίες που βρίσκονται στη χαμηλή κλίμακα συνδέονται κατά τεκμήριο με την εγχώρια παραγωγή και τον αγροδιατροφικό κλάδο, στον οποίο καταγράφεται το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή μετάταξη θα οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας.  Σε αυτήν την περίπτωση, οι επιχειρήσεις του κλάδου της εστίασης και τουρισμού θα κληθούν να ανταποκριθούν σε υψηλότερα βάρη καταλογισμού ΦΠΑ (από το 6,5% στο 10% και από 13% στο 18% αντίστοιχα) σε μια περίοδο που συνδέεται με την ανάγκη να κερδηθεί η μεγάλη μάχη για τον τουρισμό και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τουριστικής επιχείρησης εν γένει. Είναι σαφές  ότι η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ σε δύο δυναμικούς εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας εις βάρος του ΑΕΠ. Από την άλλη, η μείωση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ θα ευνοήσει τις μεγάλες εισαγωγικές επιχειρήσεις, καθώς και την υποκατάσταση κατανάλωσης εγχώριων με εισαγόμενα προϊόντα.
  2. Η νέα μεταβολή του ΦΠΑ θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις επιχειρήσεις (που δραστηριοποιούνται σε κλάδους που εφαρμόζεται χαμηλός συντελεστής), χωρίς μάλιστα να υφίσταται καμιά ελάφρυνση από τις υπόλοιπες κατηγορίες φορολογικών βαρών που έχουν επιβληθεί τα προηγούμενα χρόνια.  Οι ελληνικές επιχειρήσεις  έχουν υποστεί την περίοδο της κρίσης μια σωρεία επιβαρύνσεων με άξονα τη φορολογική πολιτική. Εκτός από την πλειάδα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων και την θέσπιση νέων φορολογικών βαρών (τέλος επιτηδεύματος, εισφορά αλληλεγγύης, ΕΝΦΙΑ) που είχαν ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη επιβάρυνση των  μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, οι μεταβολές στο ΦΠΑ έχουν επηρεάσει την εγχώρια παραγωγή, έχουν μεταβάλλει τα καταναλωτικά πρότυπα και έχουν οδηγήσει επιχειρήσεις σε ακύρωση του οικονομικού προγραμματισμού.
  3. Η εφαρμογή ενός ενιαίου συντελεστή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συρρίκνωση το ελληνικό εγχώριο προϊόν, ενώ τα φορολογικά έσοδα θα είναι τελικά χαμηλότερα του προσδοκώμενων. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο στην εφαρμογή του αυξημένου ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης, όσο και στη μετάταξη συντελεστή ΦΠΑ στον κλάδο εστίασης από το 13% στο 23% (όταν επιχειρήθηκε με το Ν 4172/2013), τα φορολογικά αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Από τα προϋπολογισθέντα 800 εκ. λόγω της αύξησης του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση, το κράτος έβαλε στα ταμεία του 160 εκ., χωρίς να εκτιμούμε τις απώλειες από το φόρο εισοδήματος και τα φαινόμενα υποκατάστασης της κατανάλωσης.
  4. Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις Φορολογικές Τάσεις (TaxationtrendsintheEuropeanUnion, 2014) καταδεικνύει ότι η χώρα μας ενώ βρίσκεται στις πρώτες θέσεις αναφορικά με τ ύψος του συντελεστή ΦΠΑ (7η θέση σε σύνολο 28), εντούτοις ο αποτελεσματικός συντελεστής (effectivetaxrate) βρίσκεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα (εισπράξεις μόλις 7,2 δις), γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται μια προσπάθεια εξορθολογισμού των φορολογικών συντελεστών που θα συνοδεύεται από αποτελεσματικότερη  λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.

Άλλωστε, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  σχετικά με τον υπολογισμό της υστέρησης εισπραξιμότητας ΦΠΑ στις χώρες της ΕΕ («Study to quantify and analyse the VAT Gap in the EU-27 Member States, 2013), καταλήγει στα εξής ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

- Η αύξηση του ΦΠΑ σε περιόδους ύφεσης και χαμηλής οικονομικής επίδοσης οδηγεί σε χαμηλότερα φορολογικά έσοδα.

- Η αύξηση του ΦΠΑ χωρίς την ενίσχυση και εκσυγχρονισμό του φορολογικού μηχανισμού οδηγεί σε πολλαπλασιασμό της φοροδιαφυγής.

- Η αύξηση του ΦΠΑ κατά 1 ποσοστιαία μονάδα οδηγεί σε μείωση 0,7 του συντελεστή συμμόρφωσης των επιχειρήσεων.»