Δήλωση του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γιώργου Καββαθά.

Λίγες ώρες πριν η Κυβέρνηση λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, η ΓΣΕΒΕΕ εύχεται και ελπίζει οι διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους να έχουν αίσια έκβαση ώστε να υλοποιηθούν τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, τα οποία είναι αναγκαία όχι μόνο για την μη περαιτέρω επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης αλλά και για την επανεκκίνηση της οικονομίας σε μια τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης.
 
Στο πλαίσιο αυτό η ΓΣΕΒΕΕ θα σταθεί σε δύο επιμέρους σημεία των προγραμματικών δηλώσεων, τα οποία ανταποκρίνονται και σε αιτήματα της Συνομοσπονδίας. Μάλιστα, είναι αιτήματα που, εκτός από τον προφανή οικονομικό τους χαρακτήρα, είναι αποφασιστικής σημασίας για την ποιότητα της δημοκρατίας.
 
Το πρώτο από τα σημεία αυτά αναφέρεται στην αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, της επεκτασιμότητας, της μετενέργειας, του θεσμού της διαιτησίας καθώς και την κατάργηση της ηλικιακής διάκρισης ως προς το ύψος του κατώτατου μισθού. Η ΓΣΕΒΕΕ καθώς και οι λοιποί κοινωνικοί εταίροι είχαν εκφράσει σε υψηλούς τόνους τον Ιανουάριο του 2012 στον τότε Πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο την αντίθεσή τους για την κατάργηση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων καθώς και για τον μονομερή προσδιορισμό – τη μείωση δηλαδή – του κατώτατου μισθού. Με την αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων η ΓΣΕΒΕΕ θα συνεργαστεί με τους λοιπούς κοινωνικούς εταίρους αλλά και με την κυβέρνηση για την αποκατάσταση των απωλειών στις αποδοχές των εργαζομένων, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη και τις «αντοχές» των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
 
Το δεύτερο σημείο αναφέρεται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων αλλά και στην προσπάθεια που θα καταβάλει η Ελληνική Κυβέρνηση – σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας – ώστε το έλλειμμα του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων να εξαιρείται από το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά και από τις ρήτρες του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το σημείο αυτό ανταποκρίνεται σε αίτημα της ΓΣΕΒΕΕ που είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2010 και στην τότε Κυβέρνηση αλλά και στους εκπροσώπους της Τρόϊκα.
Η ανάγκη για την ενίσχυση των Δημοσίων Επενδύσεων ως απαραίτητης συνθήκης για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την κατεύθυνση της σε μια τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης προκύπτει από δύο ιστορικά δεδομένα.
Πρώτον, ποτέ στη  ιστορία η οριστική έξοδος από μία βαθειά ύφεση δεν επιτεύχθηκε μόνο με τις ιδιωτικές επενδύσεις. Ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία και με δεδομένη την προϊούσα χρηματιστικοποίηση των οικονομιών οι ιδιωτικές επενδύσεις έχουν κατά κανόνα βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και ακολουθούν πορεία ομόρροπη προς τον οικονομικό κύκλο, οι ιδιωτικές επενδύσεις από μόνες τους δεν εξασφαλίζουν μία βιώσιμη ανάπτυξη.
Το δεύτερο ιστορικό δεδομένο συνάγεται εύκολα από το ρόλο που έχουν εδώ και σαράντα χρόνια διαδραματίσει οι δημόσιες επενδύσεις στη συνολική δημοσιονομική πολιτική στην Ελλάδα. Εξαιτίας της υπανάπτυξης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στην Ελλάδα – υπανάπτυξη που εκδηλώνεται κατ’ έτος από τον ίδιο τον τρόπο ψήφισής του – οι δημόσιες επενδύσεις ποτέ δεν υπήρξαν εργαλείο αντικυκλικής πολιτικής. Ειδικότερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να επιτρέψουν τη διεύρυνση του επιχειρηματικού τους ορίζοντα και με τον τρόπο αυτό να δώσουν τη δυνατότητα να σχηματισθούν οικονομίες κλίμακας.
 
Η ΓΣΕΒΕΕ αναγνωρίζει πόσο δυσχερές είναι το έργο και τα καθήκοντα της Κυβέρνησης και ότι ο δρόμος προς την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας θα είναι μακρύς και ανηφορικός. Θεωρούμε ότι η αποκατάσταση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι στοιχείο επείγοντος χαρακτήρα επειδή συμβάλλει με τρόπο αποφασιστικό στον εκδημοκρατισμό του ίδιου του πολιτικού συστήματος και κατ’ επέκταση στην κάλυψη των απωλειών που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι. Ωστόσο, χωρίς τον εξορθολογισμό και τον εκσυγχρονισμό του Προγράμματος των Δημοσίων Επενδύσεων οι όποιες κατακτήσεις θα παραμένουν έωλες.